facebook sharing button
Ποιος σχεδίασε αυτό που βλέπουμε; Το design βγαίνει στους δρόμους της Θεσσαλονίκης
Ποιος σχεδίασε αυτό που βλέπουμε; Το design βγαίνει στους δρόμους της Θεσσαλονίκης
CITY

Ποιος σχεδίασε αυτό που βλέπουμε; Το design βγαίνει στους δρόμους της Θεσσαλονίκης

Από την 1η έως τις 8 Νοεμβρίου, τρία θεματικά containers στην πλατεία Αριστοτέλους και 30 εμπορικές βιτρίνες φέρνουν το design στο κέντρο της πόλης

Ποιος σχεδίασε αυτό που βλέπουμε; Από την Αριστοτέλους στο 2030 - Η Θεσσαλονίκη σχεδιάζει το δικό της μουσείο design

Ποιος σχεδίασε το φωτιστικό στο σπίτι μας, την καρέκλα στην οποία καθόμαστε ή το αντικείμενο που χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για την ιστορία του; Πίσω από τα αντικείμενα που θεωρούμε αυτονόητα κρύβονται ιδέες, επιλογές και άνθρωποι που σπάνια αναγνωρίζουμε. Αυτή είναι η αφετηρία των Design Dialogue Days, της πρώτης δημόσιας δράσης της DNA Thessaloniki. Από την 1η έως τις 8 Νοεμβρίου 2026, τρία θεματικά containers στην πλατεία Αριστοτέλους θα λειτουργήσουν ως προσωρινό μουσείο design, ενώ 30 εμπορικές βιτρίνες στο ιστορικό κέντρο θα σχηματίσουν μια διαδρομή ανάμεσα σε αντικείμενα, δημιουργούς και ιστορίες σχεδιασμού.

Η διοργάνωση συνδέεται με έναν πιο φιλόδοξο στόχο: τη δημιουργία ενός μόνιμου μουσείου στη Θεσσαλονίκη έως το 2030. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να βρεθεί ένας χώρος για να στεγάσει μια συλλογή, αλλά να εξασφαλιστούν η έρευνα, η τεκμηρίωση, οι συνεργασίες και οι σταθεροί πόροι που χρειάζεται ένας βιώσιμος πολιτιστικός θεσμός. Ο αρχιτέκτονας Μηνάς Κοσμίδης, από τον οποίο ξεκίνησε η ιδέα, και ο Γιώργος Ντόρας, ιδρυτικό μέλος της DNA Thessaloniki, μιλούν για το πρώτο βήμα, τη θέση του design στην καθημερινότητα και τις προϋποθέσεις για τη συνέχεια.


Μηνάς Κοσμίδης: Γιατί να μην μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι αντίστοιχο και εδώ;

- Πώς γεννήθηκε η ιδέα της DNA Thessaloniki και η ανάγκη για ένα μουσείο design;

Επισκεπτόμενος εκθέσεις και μουσεία design στο εξωτερικό, επέστρεφα κάθε φορά με το ίδιο ερώτημα. Γιατί να μην μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι αντίστοιχο και εδώ; Η Θεσσαλονίκη διαθέτει αρχιτέκτονες, designers, επιχειρήσεις και ανθρώπους της δημιουργίας, αλλά και μια ιστορία που προσφέρεται για εξερεύνηση μέσα από τον σχεδιασμό. Αυτό που έλειπε, κατά τη γνώμη μου, ήταν ένας κοινός τόπος συνάντησης, ένας χώρος που θα έφερνε κοντά διαφορετικές δυνάμεις και θα έδινε στο design μια πιο ουσιαστική θέση στην πολιτιστική ζωή της πόλης. Από αυτή τη σκέψη ξεκίνησε η προσπάθεια να δημιουργήσουμε ένα μουσείο που δεν θα περιορίζεται στην παρουσίαση αντικειμένων, αλλά θα συνδέει την έρευνα, την εκπαίδευση και τη σύγχρονη δημιουργία.

- Τι κάνει ένα αντικείμενο ενδιαφέρον από σχεδιαστική άποψη; Αρκεί η αισθητική του;

Δεν αναζητούμε απαραίτητα το εντυπωσιακό ή το ακριβό. Μας ενδιαφέρουν αντικείμενα που έχουν κάτι να αφηγηθούν, που αποτυπώνουν μια εποχή ή που άλλαξαν, έστω και με έναν μικρό τρόπο, την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η αξία ενός αντικειμένου δεν βρίσκεται μόνο στη μορφή του. Έχει σημασία ποια ανάγκη ήρθε να καλύψει, πώς επιλέχθηκαν τα υλικά του, πώς κατασκευάστηκε και πώς επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο ζούμε. Πίσω από ένα αντικείμενο μπορεί να βρίσκονται τεχνολογικές εξελίξεις, κοινωνικές αλλαγές ή μια απλή, αλλά ευφυής ιδέα. Πολλές φορές, μάλιστα, τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα είναι τόσο οικεία, που έχουμε σταματήσει να τα παρατηρούμε. Θέλουμε να δώσουμε στον επισκέπτη την ευκαιρία να τα ξαναδεί με διαφορετικό βλέμμα.

- Τι θα πρέπει να αφηγείται η συλλογή ενός μουσείου design και τι μπορεί να αναδείξει για την ελληνική δημιουργία;

Ένα μουσείο δεν αρκεί να παραθέτει αντικείμενα. Χρειάζεται να τα συνδέει με την εποχή τους, την τεχνολογία, την παραγωγή, τις κοινωνικές συνήθειες και τους ανθρώπους που τα δημιούργησαν. Γι’ αυτό μας ενδιαφέρει να καταγράψουμε όχι μόνο τα ίδια τα αντικείμενα, αλλά και το υλικό που αποκαλύπτει τη διαδρομή τους: σχέδια, πρωτότυπα, υλικά και στοιχεία για τη διαδικασία κατασκευής τους. Η ιστορία του ελληνικού design συνδέεται με την αρχιτεκτονική, τη χειροτεχνία, τη βιομηχανική παραγωγή, τον σχεδιασμό επίπλων και αντικειμένων, αλλά και με τις αλλαγές που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελλάδα. Η σχέση του ελληνικού μοντερνισμού με τη βιομηχανία και την καθημερινή ζωή είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο. Υπάρχουν δημιουργοί, επιχειρήσεις και προϊόντα που υπήρξαν σημαντικά για την εποχή τους, αλλά δεν έχουν καταγραφεί και αναδειχθεί συστηματικά. Θα θέλαμε το μουσείο να συμβάλει στην έρευνα και την τεκμηρίωση αυτής της ιστορίας, σε διάλογο με τη διεθνή εξέλιξη του design.

Μηνάς Κοσμίδης

- Γιατί η πρώτη δράση μεταφέρει το design στην πλατεία Αριστοτέλους και στις βιτρίνες του κέντρου;

Θέλαμε η πρώτη μας δράση να μην περιοριστεί σε έναν εκθεσιακό χώρο. Θέλαμε το design να βγει στην πόλη και να συναντήσει τον κόσμο εκεί όπου κινείται καθημερινά. Η διαδρομή μέσα από 30 εμπορικές βιτρίνες στο ιστορικό κέντρο λειτουργεί συμπληρωματικά με το προσωρινό μουσείο στην πλατεία Αριστοτέλους. Στα containers ο επισκέπτης θα έχει μια πιο συγκεντρωμένη εμπειρία, ενώ στις βιτρίνες θα μπορεί να ανακαλύπτει αντικείμενα και τις ιστορίες τους καθώς περπατά στην πόλη. Μας ενδιαφέρει η πιθανότητα κάποιος να σταματήσει μπροστά σε μια βιτρίνα χωρίς να έχει σχεδιάσει να επισκεφθεί μια έκθεση, απλώς επειδή κάτι του κίνησε την περιέργεια. Θέλουμε να δείξουμε ότι το design δεν βρίσκεται μόνο στα μουσεία ή στις εξειδικευμένες εκθέσεις. Είναι ήδη μέρος της ζωής μας.

- Ο στόχος είναι ένα μόνιμο μουσείο έως το 2030. Ποιες είναι οι βασικές προϋποθέσεις για να γίνει πραγματικότητα;

Ο ορίζοντας του 2030 αποτελεί για εμάς έναν φιλόδοξο αλλά συγκεκριμένο στόχο. Δεν θέλουμε, όμως, να αντιμετωπίσουμε τη δημιουργία του μουσείου μόνο ως ένα κτιριακό έργο. Πριν από τον χώρο, χρειάζεται να διαμορφωθούν το περιεχόμενο, η ταυτότητα και η λειτουργία του. Αυτό σημαίνει έρευνα, τεκμηρίωση, ανάπτυξη συλλογής, συνεργασίες με δημιουργούς και φορείς, αλλά και ένα βιώσιμο οργανωτικό και οικονομικό μοντέλο που θα εξασφαλίζει τη μακροχρόνια λειτουργία του. Οι Design Dialogue Days είναι το πρώτο δημόσιο βήμα. Μας δίνουν την ευκαιρία να παρουσιάσουμε την ιδέα, να γνωρίσουμε το κοινό μας, να δημιουργήσουμε συνεργασίες και να αρχίσουμε να χτίζουμε μια σχέση με την πόλη. Θέλουμε το μουσείο να προκύψει μέσα από μια σταδιακή και ουσιαστική διαδικασία, ώστε, όταν αποκτήσει τη μόνιμη στέγη του, να διαθέτει ήδη συλλογή, κοινό και θέση στην πολιτιστική ζωή της Θεσσαλονίκης.

- Πώς οργανώνεται η ομάδα και ποιον ρόλο έχουν οι συνεργασίες στην πρώτη διοργάνωση;

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της DNA Thessaloniki είναι ότι συγκεντρώνει ανθρώπους από διαφορετικά επαγγελματικά πεδία. Η αρχιτεκτονική και το design συναντούν την επικοινωνία, το εμπόριο, τη νομική επιστήμη και τον πολιτισμό. Αυτή η πολυφωνία μάς επιτρέπει να προσεγγίζουμε την ίδια ιδέα από διαφορετικές πλευρές. Η πρώτη διοργάνωση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εθελοντική εργασία. Περίπου 80 εθελοντές και εθελόντριες θα συμβάλουν στην υλοποίησή της, μεταξύ άλλων συνοδεύοντας τους επισκέπτες και παρουσιάζοντας τα αντικείμενα. Παράλληλα, σημαντικές είναι οι συνεργασίες με πολιτιστικούς οργανισμούς, επιχειρήσεις και δημιουργούς. Πολιτιστικοί εταίροι της πρώτης διοργάνωσης είναι το MOMUS και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ η δράση τελεί υπό την αιγίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Η υποστήριξη των δωρητών υπήρξε επίσης καθοριστική για την πραγματοποίησή της. Για να έχει συνέχεια το εγχείρημα, χρειάζεται να αναπτυχθούν αυτές οι συνεργασίες και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για σταθερή λειτουργία. Ένα μουσείο δεν χρειάζεται μόνο αντικείμενα. Χρειάζεται ανθρώπους και οργανισμούς που θα συμβάλλουν διαρκώς στην εξέλιξή του.

Γιώργος Ντόρας: Το design είναι ο τρόπος που ένας χώρος δημιουργεί συναισθήματα

- Τι σε οδήγησε να συμμετάσχεις στην ίδρυση της DNA Thessaloniki;

Από τότε που επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη, πριν από μερικά χρόνια, ήθελα να συμμετάσχω σε μια δράση που να με εκφράζει και να συνδέεται με τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα. Έχοντας ένα background που σχετίζεται με τη δημιουργική επικοινωνία, η πρόταση του Μηνά Κοσμίδη να συμμετάσχω σε αυτό το project ήταν κάτι που με ενθουσίασε αμέσως. Νομίζω ότι μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά τού είχα ήδη πει ναι. Παρόλο που αφιερώνουμε πολύ χρόνο και πολλή δουλειά, δεν το αντιμετωπίζουμε ως υποχρέωση. Είναι μια δημιουργική διαδικασία που μας δίνει χαρά. Έχουμε εξελιχθεί σε μια πολύ όμορφη ομάδα, όπου ανταλλάσσουμε ιδέες, συνεργαζόμαστε και μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον. Αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι στην ομάδα συνυπάρχουν διαφορετικές γενιές, με διαφορετικές εμπειρίες και οπτικές. Αυτή η ποικιλομορφία εμπλουτίζει τη δημιουργικότητά μας και μας βοηθά να προσεγγίζουμε το design με έναν τρόπο που μπορεί να επικοινωνήσει με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και εμπειριών.

- Γιατί το design αφορά ολόκληρη την πόλη και όχι μόνο τους ανθρώπους του κλάδου;

Νομίζω ότι το design είναι ήδη κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Το βλέπουμε ακόμη και στον τρόπο που μιλάμε, όταν λέμε ότι κάτι είναι «designάτο» ή ότι ένα αντικείμενο έχει ωραίο design. Αυτό που θέλουμε είναι να αναδείξουμε κάτι που ήδη υπάρχει γύρω μας, αλλά ίσως δεν το σκεφτόμαστε τόσο: ότι πίσω από κάθε αντικείμενο που μας αρέσει υπάρχει ένας δημιουργός, μια ομάδα και μια συγκεκριμένη σχεδιαστική ιδέα. Κάποιος έχει σχεδιάσει αυτό το αντικείμενο με συγκεκριμένο σκοπό, ώστε να καλύπτει μια ανάγκη και να κάνει τη ζωή μας λίγο καλύτερη.

- Πώς μπορεί να συμμετέχει η τοπική αγορά σε έναν πολιτιστικό θεσμό χωρίς η συνεργασία να περιορίζεται στην προβολή των επιχειρήσεων;

Η σύνδεση του design με την τοπική αγορά μπορεί να δημιουργήσει κάτι πολύ ουσιαστικότερο από μια απλή δωρεά ή προβολή μιας επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις μπορούν να συμμετέχουν ενεργά, να μοιράζονται την εμπειρία και την τεχνογνωσία τους, να συνεργάζονται με δημιουργούς και να συμβάλλουν σε δράσεις που φέρνουν το design πιο κοντά στον κόσμο. Για τη Θεσσαλονίκη, αυτό μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες συνεργασίας, να αναδείξει το τοπικό δημιουργικό δυναμικό και να ενισχύσει τη σύνδεση της πολιτιστικής ζωής με την επιχειρηματικότητα. Για εμάς στην DNA, το ζητούμενο είναι να φέρουμε σε επαφή ανθρώπους, ιδέες και διαφορετικούς κλάδους.

Γιώργος Ντόρας

- Ως άνθρωπος που δραστηριοποιείται στον χώρο της φιλοξενίας μέσα από το Le Cercle de Salonique, πώς αντιλαμβάνεσαι τη σχέση ανάμεσα στον σχεδιασμό ενός χώρου και στην εμπειρία του επισκέπτη;

Πιστεύω ότι όταν μπαίνεις σε έναν χώρο, καταλαβαίνεις αμέσως αν έχει κάτι να σου πει. Μπορεί να μην ξέρεις ακριβώς τι είναι αυτό που σε κερδίζει, αλλά το αισθάνεσαι. Για μένα, αυτό είναι το design: ο τρόπος που ένας χώρος δημιουργεί συναισθήματα, αφηγείται μια ιστορία και κάνει την εμπειρία σου ξεχωριστή. Αυτό ήθελα να πετύχω και με το Le Cercle de Salonique. Έχει τη δική του σχεδιαστική ταυτότητα, εμπνευσμένη από μια άλλη εποχή, και τον χαρακτήρα ενός κλασικού American Bar. Από τις λεπτομέρειες μέχρι την ατμόσφαιρα, όλα συμβάλλουν στο πώς βιώνει κάποιος την εμπειρία του εκεί. Πιστεύω ότι το design είναι παντού γύρω μας και επηρεάζει πολύ περισσότερο απ’ όσο συνειδητοποιούμε τον τρόπο που αισθανόμαστε. Αυτό είναι που με συναρπάζει προσωπικά και αυτό που θέλω να αναδεικνύουμε και μέσα από την DNA Thessaloniki.

- Τι χρειάζεται για να αποκτήσει διάρκεια η πρωτοβουλία και να δημιουργηθεί ένα μόνιμο μουσείο;

Η πρώτη μας δράση βασίζεται στον εθελοντισμό και στην προσφορά χρόνου, ιδεών και εργασίας. Μας ενώνει το κοινό ενδιαφέρον για το design, ενώ η στήριξη ανθρώπων από διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους μάς βοηθά να κάνουμε αυτή την ιδέα πράξη. Η μεγαλύτερη πρόκληση αυτή τη στιγμή είναι να βρούμε τους πόρους και τις συνεργασίες που θα μας επιτρέψουν να περάσουμε από την ιδέα στην πράξη. Για να έχει συνέχεια η προσπάθεια, χρειάζεται να διευρυνθεί η κοινότητά μας, να αναπτυχθούν σταθερές συνεργασίες και να εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι πόροι, διατηρώντας ζωντανό τον αρχικό μας ενθουσιασμό. Ένα μόνιμο μουσείο design χρειάζεται τη στήριξη τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Το design συνδέεται με πολλούς κλάδους, από την αρχιτεκτονική και τη μόδα μέχρι την τεχνολογία και την παραγωγή, οπότε υπάρχουν πολλές δυνατότητες συνεργασίας με εταιρείες, ιδρύματα και άλλους φορείς. Οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να στηρίξουν εκθέσεις και δράσεις, ενώ δημόσιοι φορείς, ιδρύματα, σχολές και πανεπιστήμια θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία και τη λειτουργία του μουσείου. Το επόμενο βήμα είναι να συνεχίσουμε να παρουσιάζουμε τη δουλειά μας, να φέρουμε κοντά ανθρώπους και φορείς που πιστεύουν στην ιδέα και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για ένα μόνιμο μουσείο στη Θεσσαλονίκη. Είναι κάτι που θέλει χρόνο, επιμονή και συνεργασία, αλλά πιστεύω ότι αξίζει να το προσπαθήσουμε.

- Πώς θα ήθελες να συνδεθεί το μελλοντικό μουσείο με τους νέους δημιουργούς και ποια άλλη εξέλιξη θα ήθελες να δεις στην πόλη;

Θα ήθελα το μουσείο να είναι ένας χώρος που δεν θα πηγαίνεις απλώς για να δεις μια έκθεση, αλλά για να συναντήσεις ανθρώπους, να ανταλλάξεις ιδέες και να εμπνευστείς. Να δίνει χώρο σε νέους δημιουργούς να παρουσιάσουν τη δουλειά τους και να τους φέρνει σε επαφή με επιχειρήσεις και ανθρώπους που μπορούν να ανοίξουν νέους δρόμους συνεργασίας. Η Θεσσαλονίκη έχει πολύ δημιουργικό δυναμικό και θα ήθελα να βοηθήσουμε ώστε αυτό να γίνει πιο ορατό. Το πιο όμορφο θα ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο ανοιχτό σε όλους, όχι μόνο σε όσους ασχολούνται επαγγελματικά με το design, αλλά και σε κάποιον που θα περάσει την πόρτα του από περιέργεια και θα φύγει έχοντας ανακαλύψει κάτι καινούργιο. Παράλληλα, θα θέλαμε μέσα στα επόμενα χρόνια να δημιουργήσουμε μια Design Week ή Design Days στη Θεσσαλονίκη, στα πρότυπα αντίστοιχων διοργανώσεων στο Μιλάνο και την Κοπεγχάγη. Μια γιορτή του design που θα βγαίνει στους δρόμους, θα αναδεικνύει τους δημιουργούς της πόλης και θα φέρνει κοντά τον κόσμο, τις επιχειρήσεις και τον πολιτισμό. Θα ήθελα να γίνει ένας θεσμός που θα περιμένουμε κάθε χρόνο και να βοηθήσει τη Θεσσαλονίκη να αποκτήσει τη δική της θέση στον χάρτη του design.

Από την Αριστοτέλους στο 2030

Οι Design Dialogue Days είναι το πρώτο βήμα μιας προσπάθειας που θα κριθεί στην πορεία. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να προσελκύσει επισκέπτες η πρώτη διοργάνωση, αλλά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για έρευνα, συλλογή, σταθερές συνεργασίες και μια μόνιμη πολιτιστική παρουσία στη Θεσσαλονίκη. Το 2030 παραμένει ο στόχος. Η διαδρομή μέχρι εκεί είναι το πραγματικό στοίχημα.