facebook sharing button
Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες
Εικόνα: ChatGPT Images / OpenAI.
CULTURE

Οδύσσεια: Το συναρπαστικό ταξίδι της ελληνικής γλώσσας

Ο Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας Χρήστος Τσαγγάλης μιλάει στη Thess Voice

Πόσο κατανοητή είναι σήμερα η γλώσσα του Ομήρου; Ποιες είναι οι διαφορές της ομηρικής διαλέκτου με τα νέα ελληνικά; Πώς ακουγόταν η Οδύσσεια εκείνο τον καιρό;

Είχα την ευκαιρία, και την πολύ μεγάλη χαρά, να βρεθώ με τον Χρήστο Τσαγγάλη, Καθηγητή Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας τού ΑΠΘ, και να τον ρωτήσω για τη γλώσσα της Οδύσσειας: για τα (πολύ) παλιά ελληνικά, και τη σχέση τους με τα σημερινά. Αφορμή υπήρξε, προφανώς, η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν — δεν χρειάζεται να το κρύβω. Τον ευχαριστώ θερμότατα και από εδώ, για την προθυμία και τον χρόνο του να απαντήσει. Όσοι ενδιαφέρεστε για αυτά τα θέματα, θα τον απολαύσετε πραγματικά αλλά θα μάθετε και πολλά, όπως έμαθα και εγώ. Διαβάστε τον.

John William Waterhouse, «Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες» (1891, Μελβούρνη, National Gallery of Victoria).

Κ.Α.: Κύριε Καθηγητά, ας ξεκινήσουμε από το βασικό ερώτημα: τα νέα ελληνικά και η γλώσσα της Οδύσσειας είναι η ίδια γλώσσα σε διαφορετικές της εποχές, ή δύο διαφορετικά γλωσσικά συστήματα;
X.TΣ.: Εξαρτάται από το επίπεδο στο οποίο θέτουμε το ερώτημα. Από ιστορικο-γλωσσολογική άποψη, πρόκειται για φάσεις της ίδιας γλώσσας: η νέα ελληνική κατάγεται απευθείας από την ελληνιστική κοινή και αδιάσπαστα από τις αρχαιότερες μορφές της ελληνικής. Ωστόσο, από συγχρονική σκοπιά, δηλαδή αν συγκρίνουμε τα δύο συστήματα όπως λειτουργούν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, οι διαφορές είναι τόσο μεγάλες στη φωνολογία, στη μορφολογία, στη σύνταξη και στο λεξιλόγιο, ώστε ο φυσικός ομιλητής της νέας ελληνικής να μη μπορεί να κατανοήσει την ομηρική διάλεκτο (δεν πρόκειται για γλώσσα αλλά για λογοτεχνική διάλεκτο). Επομένως, ιστορικά η ομηρική διάλεκτος και η νέα ελληνική ανήκουν στην ίδια γλώσσα, την ελληνική γλώσσα· λειτουργικά, όμως, πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικές γλωσσικές μορφές.

Κ.Α.: Τι σημαίνει ο όρος «γλωσσική συνέχεια» στην περίπτωση της ελληνικής; Δηλώνει αδιάκοπη χρήση, σταθερή δομή, κοινό λεξιλόγιο, έναν συνδυασμό όλων αυτών; Κάτι άλλο;
X.TΣ.: Η γλωσσική συνέχεια σημαίνει πρωτίστως γενεαλογική συνέχεια: κάθε στάδιο της ελληνικής εξελίχθηκε από το προηγούμενο χωρίς να αντικατασταθεί από κάποια άλλη γλώσσα. Δεν σημαίνει ότι η γλώσσα έμεινε αμετάβλητη. Αντίθετα, όλα τα επίπεδά της μετασχηματίστηκαν. Υπάρχει συνέχεια στη βασική γραμματική δομή, σε σημαντικό μέρος του βασικού λεξιλογίου και σε πολλούς μηχανισμούς σχηματισμού λέξεων, αλλά υπάρχει ταυτόχρονα συνεχής αλλαγή. Η συνέχεια και η μεταβολή δεν είναι αντίθετες έννοιες· η δεύτερη είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου πραγματοποιείται η πρώτη. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να καταστεί σαφής ο σωρευτικός χαρακτήρας της γλωσσικής αλλαγής: αυτό σημαίνει ότι οι αλλαγές που συμβαίνουν σε μια γλώσσα δεν είναι επιφανειακές ούτε μεμονωμένες αλλά έχουν δομικό χαρακτήρα και αφορούν το σύνολο του γλωσσικού συστήματος.

Κ.Α.: Πόσο παραπλανητική μπορεί να γίνει η φράση, «η ελληνική γλώσσα παραμένει ίδια εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια»;
X.TΣ.: Είναι ιδιαίτερα παραπλανητική, διότι συγχέει τη γενεαλογική συνέχεια με την απουσία κάθε μεταβολής. Καμία φυσική γλώσσα δεν παραμένει ίδια επί χιλιετίες. Αν η ελληνική ήταν πραγματικά αμετάβλητη, οι σημερινοί Έλληνες θα κατανοούσαν τον Όμηρο τόσο εύκολα όσο μια σύγχρονη εφημερίδα. Αυτό προφανώς δεν συμβαίνει. Η σωστή διατύπωση είναι ότι η ελληνική αποτελεί μία από τις μακροβιότερες τεκμηριωμένες γλωσσικές παραδόσεις του κόσμου, όχι ότι έμεινε αναλλοίωτη.

Arnold Böcklin, «Οδυσσέας και Πολύφημος» (1896, Βοστόνη, Museum of Fine Arts).

Κ.Α.: Μολονότι το υπαινιχθήκατε και πριν, σε ποια γλωσσική μορφή είναι συντεθειμένη/γραμμένη η Οδύσσεια; Ήταν η ομηρική γλώσσα μια πραγματική, ομιλούμενη διάλεκτος, ή μια τεχνητή ποιητική διάλεκτος;
X.TΣ.: Η ομηρική γλώσσα είναι μια λογοτεχνική διάλεκτος. Βασίζεται κυρίως στην ιωνική διάλεκτο, αλλά ενσωματώνει στοιχεία της αιολικής, αρκαδο-κυπριακής και αττικής διαλέκτου, καθώς και αρχαιότερους τύπους που είχαν ήδη πάψει να χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ομιλία. Δημιουργήθηκε μέσα από αιώνες προφορικής επικής παράδοσης και υπάρχει μόνο στο πλαίσιο του δακτυλικού εξαμέτρου. Δεν υπήρξε ποτέ η φυσική, καθημερινή γλώσσα μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Κανένας αρχαίος Έλληνας δεν μιλούσε συνδυάζοντας γλωσσικά στοιχεία από ποικίλες διαλέκτους.

Κ.Α.: Παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσε άραγε ένας άνθρωπος της εποχής του Ομήρου να συνομιλήσει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία με έναν Αθηναίο της κλασικής εποχής, κάπου τρεις αιώνες αργότερα;
X.TΣ.: Η διατύπωση «εποχή του Ομήρου» είναι προβληματική. Αν το ερώτημα εννοεί την περίοδο που διαμορφώθηκαν τα ομηρικά έπη, τότε μιλάμε για ένα μεγαλύτερο χρονικό άνυσμα κατά τη διάρκεια της αρχαϊκής εποχής. Το ερώτημα όμως πάσχει έτσι κι αλλιώς, εφόσον η ομηρική διάλεκτος είναι λογοτεχνική, όχι ομιλούμενη. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν σε ποια περιοχή του ελληνόφωνου κόσμου ζούσε ο συγκεκριμένος Έλληνας της αρχαϊκής εποχής και ποια ήταν η διάλεκτος που μιλούσε. Αν πάντως πρέπει κάπως να απαντηθεί το ερώτημα, η απάντηση είναι ότι μπορούσε να συνεννοηθεί αλλά όχι εντελώς απρόσκοπτα.

Κ.Α.: Πόσο διαφορετική ήταν η προφορά της ομηρικής διαλέκτου από τη σημερινή προφορά της ελληνικής; Και πόσο διαφορετικά θα ακουγόταν η Οδύσσεια αν την ακούγαμε με μια επιστημονικά αποκατεστημένη αρχαία προφορά;
X.TΣ.: Η διαφορά θα ήταν εντυπωσιακή. Αυτό πάντως δεν περιορίζεται στην ομηρική διάλεκτο αλλά αφορά το σύνολο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας τουλάχιστον κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο. Η αρχαία ελληνική κατά τις δύο τουλάχιστον αυτές περιόδους διέκρινε τα φωνήεντα με βάση την ποσότητά τους, δηλαδή τη διάρκεια της προφοράς τους σε πραγματικά μακρά και βραχέα, διέθετε μουσικό (που αφορά το ύψος της φωνής) και όχι δυναμικό τόνο (που αφορά την ένταση της φωνής, όπως συμβαίνει στα νέα ελληνικά) με δύο διακριτούς τρόπους μουσικού χειρισμού της φωνής (που αργότερα αποτυπώθηκαν με τα σύμβολα της οξείας και της περισπωμένης), προφερόταν με πραγματικά διπλά σύμφωνα (όπου υπήρχαν) και διατηρούσε ήχους όπως το δασύ πνεύμα και το δίγαμμα σε παλαιότερες φάσεις. Πολλά γράμματα που σήμερα ακούγονται όμοια, όπως η, ι, υ, ει και οι, είχαν διαφορετικές προφορές. Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στην προφορά υπήρχαν και αναφορικά με τα σύμφωνα. Για ένα σημερινό Έλληνα, μια επιστημονικά ανασυντεθειμένη απαγγελία της Οδύσσειας (και εδώ δεν μιλάμε για την ερασμική προφορά αλλά για μια επιστημονικά τεκμηριωμένη απόδοση των φθόγγων) θα ηχούσε σχεδόν σαν συγγενική αλλά ξένη γλώσσα.

Apollonio di Giovanni (αποδιδόμενο), «Οι περιπέτειες του Οδυσσέα» (15ος αιώνας, Art Institute of Chicago).

Κ.Α.: Ποιες είναι οι σημαντικότερες γραμματικές διαφορές ανάμεσα στην ομηρική και τη νέα ελληνική; Επηρεάζει τόσο πολύ την κατανόηση η απώλεια της δοτικής, του δυϊκού αριθμού, της ευκτικής και του απαρεμφάτου;
X.TΣ.: Η νέα ελληνική έχει απλοποιήσει σημαντικά τη μορφολογία της. Η δοτική αντικαταστάθηκε από την αιτιατική και τη γενική (ανάλογα με τη χρήση) και από εμπρόθετους προσδιορισμούς, ο δυϊκός εξαφανίστηκε, η ευκτική χάθηκε ως ανεξάρτητη έγκλιση, το απαρέμφατο αντικαταστάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από δευτερεύουσες προτάσεις, η εκφραστική πυκνότητα της μετοχής που συνδύαζε ρηματικά και ονοματικά χαρακτηριστικά σχεδόν εξαφανίστηκε (αφήνοντας πίσω της μόνο ενεργητικές μετοχές σε -ο/ώντας και παθητικές σε -μενος/-μενη/-μενο). Αυτό σημαίνει ότι πολλές πληροφορίες που στην ομηρική διάλεκτο εκφράζονται με συντομία, σήμερα απαιτούν ολόκληρη συντακτική δομή.

Κ.Α.: Μπορείτε να μας δώσετε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στο οποίο μία ομηρική λέξη ή ένας ρηματικός τύπος χρειάζεται ολόκληρη περίφραση για να αποδοθεί στα νέα ελληνικά;
X.TΣ.: Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τύπος ἐλθεῖν, το απαρέμφατο δεύτερου αορίστου του ρήματος ἔρχομαι. Στη νέα ελληνική δεν υπάρχει αντίστοιχος μονολεκτικός τύπος. Αποδίδεται ως «να έλθει» ή «το να έλθει» ή «ότι ήλθε», ανάλογα με τη σύνταξη. Αντίστοιχα, τύποι της ευκτικής, όπως τεθναίη, αποδίδονται με περιφράσεις όπως «ας πεθάνει», επειδή η νέα ελληνική δεν διαθέτει ισοδύναμη μορφολογική κατηγορία.

Κ.Α.: Τώρα, πόσο διαφορετική είναι η σύνταξη της Οδύσσειας από τη σύνταξη που χρησιμοποιεί σήμερα ένας χρήστης της ελληνικής;
X.TΣ.: Δεν υπάρχει ιδιαίτερη σύνταξη της Ιλιάδας ή/και της Οδύσσειας. Η σύνταξη αφορά συνολικά την αρχαία ελληνική. Είναι αισθητά διαφορετική από αυτή της νέας ελληνικής, αλλά όχι εντελώς ξένη. Η ομηρική (και η ποιητική εν γένει) σύνταξη επιτρέπει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στη σειρά των λέξεων, επειδή οι πτώσεις δηλώνουν τις συντακτικές σχέσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια. Επιπλέον, αξιοποιεί πυκνές μετοχικές κατασκευές, απαρέμφατα και ιδιαίτερους τρόπους σύνδεσης προτάσεων. Η νέα ελληνική βασίζεται περισσότερο στη σταθερότερη σειρά λέξεων και στις αναλυτικές δομές, με έμφαση στον υποτεταγμένο λόγο.

Κ.Α.: Τι ποσοστό άραγε από τις λέξεις της Οδύσσειας παραμένει αναγνωρίσιμο σε έναν σύγχρονο Έλληνα;
X.TΣ.: Δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός αριθμός. Ένα σημαντικό μέρος του βασικού λεξιλογίου —λέξεις όπως πατήρ, μήτηρ, θεός, οἶκος, θάλασσα, ἀνήρ (το τελευταίο ως ρίζα)— έχει αφήσει σαφή ίχνη στη νέα ελληνική. Ωστόσο, αν εξετάσουμε το σύνολο του λεξιλογίου της Οδύσσειας, ένα μεγάλο ποσοστό είναι άγνωστο ή σημασιολογικά μετατοπισμένο για τον σημερινό αναγνώστη. Η αναγνωρισιμότητα μεμονωμένων λέξεων δεν συνεπάγεται και κατανόηση.

Herbert James Draper, «Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες» (περ. 1909, Χαλ, Ferens Art Gallery).

Κ.Α.: Η οπτική οικειότητα του ελληνικού αλφαβήτου δημιουργεί άραγε στον αναγνώστη την εντύπωση ότι καταλαβαίνει περισσότερα από όσα όντως καταλαβαίνει;
X.TΣ.: Αναμφίβολα. Το γεγονός ότι το κείμενο είναι γραμμένο με το ίδιο αλφάβητο δημιουργεί μια ψευδαίσθηση διαφάνειας. Ο αναγνώστης αναγνωρίζει τα γράμματα και πολλές λέξεις, αλλά συχνά δεν κατανοεί ούτε τη γραμματική τους λειτουργία ούτε τη σημασία τους μέσα στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα. 

Κ.Α.: Υπάρχουν ομηρικές λέξεις που διατηρήθηκαν στα νέα ελληνικά με την ίδια μορφή αλλά με διαφορετική σημασία;
X.TΣ.: Βεβαίως. Η σημασιολογική μεταβολή είναι φυσικό χαρακτηριστικό κάθε γλώσσας. Λέξεις μπορεί να διατηρήσουν τη μορφή τους αλλά να διευρύνουν, να περιορίσουν ή να μεταβάλουν τη σημασία τους. Έτσι, ακόμη και όταν μια λέξη φαίνεται οικεία, η αρχαία σημασία της δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητη.

Κ.Α.: Ορισμένες καθημερινές νεοελληνικές λέξεις έχουν αρχαίες ρίζες, αλλά πέρασαν από μεγάλες φωνολογικές και σημασιολογικές μεταβολές. Πόσο ουσιαστική είναι η συγγένεια όταν ο σύγχρονος ομιλητής δεν μπορεί πλέον να την αναγνωρίσει;
X.TΣ.: Η συγγένεια παραμένει απολύτως πραγματική από ιστορική άποψη, ανεξάρτητα από το αν είναι διαφανής στον ομιλητή. Η ιστορική γλωσσολογία δεν βασίζεται στη διαίσθηση των ομιλητών αλλά στη συστηματική αντιστοιχία μορφών και σημασιών. Η συγγένεια είναι ουσιαστική ακόμα και αν η πλήρης έκτασή της δεν γίνεται κατανοητή από τον σύγχρονο ομιλητή της ελληνικής.

Κ.Α.: Υπάρχει κάποια άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα με ιστορική διαδρομή συγκρίσιμη με εκείνη της ελληνικής;
X.TΣ.: Ως προς τη διάρκεια της συνεχούς γραπτής τεκμηρίωσης, η ελληνική κατέχει ξεχωριστή θέση όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς διαθέτει αδιάλειπτη γραπτή παράδοση άνω των τριών χιλιετιών. Τα λατινικά έχουν επίσης εξαιρετικά μακρά ιστορία, αλλά δεν επιβιώνουν ως φυσική μητρική γλώσσα. Άλλες γλώσσες εκτός Ευρώπης, όπως η κινεζική, παρουσιάζουν αντίστοιχα μεγάλη γραπτή παράδοση, αλλά με διαφορετική ιστορική εξέλιξη.

Κ.Α.: Στην Ελλάδα η λέξη «μετάφραση» προκαλεί μερικές φορές αμηχανία όταν αφορά την απόδοση ενός αρχαίου ελληνικού κειμένου στα νέα ελληνικά. Δικαίως;
X.TΣ.: Όχι. Από επιστημονική άποψη πρόκειται ακριβώς για μετάφραση, διότι η γλωσσική απόσταση είναι αρκετά μεγάλη ώστε να απαιτείται συστηματική μεταφορά νοήματος ανάμεσα σε δύο στάδια ενός γλωσσικού συστήματος. Η ιστορική συγγένεια δεν αναιρεί την ανάγκη μετάφρασης.

Dosso Dossi, «Η Κίρκη και οι Εραστές της» (περ. 1525, Ουάσιγκτον, National Gallery of Art).

Κ.Α.: Μήπως θα έπρεπε ο σύγχρονος Έλληνας να αντιμετωπίζει το πρωτότυπο ομηρικό κείμενο όπως θα αντιμετώπιζε ένα κείμενο σε ξένη γλώσσα;
X.TΣ.: Όχι ακριβώς. Δεν είναι ξένη γλώσσα, αλλά απαιτεί αντίστοιχο βαθμό γλωσσικής εκμάθησης. Ίσως η καλύτερη στάση είναι να τη θεωρεί ως μια πολύ αρχαία μορφή της δικής του γλώσσας, η οποία χρειάζεται συστηματική μελέτη.

Κ.Α.: Πρέπει η διδασκαλία να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη γραμματική ανάλυση, στη λογοτεχνική εμπειρία ή στην ιστορία της γλώσσας;
X.TΣ.: Ιδανικά και στα τρία, αλλά με διαφορετικές αναλογίες ανάλογα με τον στόχο. Η γραμματική και η σύνταξη είναι απαραίτητες για την κατανόηση, η ιστορία της γλώσσας εξηγεί γιατί το κείμενο έχει τη μορφή που έχει, ενώ η λογοτεχνική εμπειρία είναι εκείνη που δικαιολογεί τελικά την ανάγνωσή του. Αν χαθεί η αισθητική διάσταση, το έργο μετατρέπεται σε απλή γλωσσική άσκηση.

Κ.Α.: Μια έμμετρη νεοελληνική μετάφραση πλησιάζει περισσότερο το πρωτότυπο από μια μετάφραση σε ελεύθερο στίχο ή πεζό λόγο; Πόσο καθοριστικός είναι ο δακτυλικός εξάμετρος για την ταυτότητα του έργου;
X.TΣ.: Ο δακτυλικός εξάμετρος αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό της ομηρικής ποίησης, επειδή οργανώνει όχι μόνο τον ρυθμό αλλά και τη σύνθεση του λόγου. Ωστόσο, η αναπαραγωγή του στα νέα ελληνικά είναι αδύνατη. Μια έμμετρη μετάφραση μπορεί να μεταφέρει κάτι από τη μουσικότητα του πρωτοτύπου, ενώ μια πεζή μπορεί να αποδώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια το νόημα. Καμία επιλογή δεν υπερέχει απόλυτα· εξυπηρετούν διαφορετικές προτεραιότητες.

Κ.Α.: Υπάρχει ΜΙΑ μετάφραση κατάλληλη για όλους ή χρειάζονται διαφορετικές μεταφράσεις για διαφορετικούς αναγνώστες και διαφορετικούς σκοπούς;
X.TΣ.: Δεν υπάρχει μία, ιδανική μετάφραση. Η μετάφραση είναι πάντοτε αποτέλεσμα επιλογών. Η συνύπαρξη πολλών μεταφράσεων αποτελεί ένδειξη επιβίωσης ενός κλασικού έργου και όχι αδυναμία.

Κ.Α.: Πώς θα οργανώνατε εσείς μια πρώτη ουσιαστική επαφή ενός σύγχρονου Έλληνα με το έργο;
X.TΣ.: Θα πρότεινα να διαβάσει τα ομηρικά έπη σε νεοελληνική μετάφραση. Αν στη συνέχεια επιθυμεί να προχωρήσει περισσότερο, τότε μπορεί να έχει ανοιχτό και το πρωτότυπο απέναντι σε μια αξιόπιστη νεοελληνική μετάφραση. Στόχος δεν είναι η εκμάθηση της ομηρικής διαλέκτου, αλλά η σταδιακή εξοικείωση με τη διαφορετικότητά της.

John William Waterhouse, «Κίρκη η Φθονερή» (1892, Αδελαΐδα, Art Gallery of South Australia).

Κ.Α.: Η αίσθηση ότι ο Όμηρος αποτελεί «δικό μας» πολιτισμικό κληροδότημα βοηθά την ανάγνωση ή μπορεί να οδηγήσει σε υπεραπλουστεύσεις και εθνικούς μύθους;
X.TΣ.: Μπορεί να κάνει και τα δύο. Η πολιτισμική οικειότητα μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο για γνωριμία με ένα εμβληματικό κείμενο. Όταν όμως μετατρέπεται στην πεποίθηση ότι ο Όμηρος είναι αυτονόητα και πλήρως κατανοητός επειδή «είναι δικός μας», οδηγεί σε ιστορικές και γλωσσικές απλουστεύσεις. Ο Όμηρος είναι ταυτόχρονα μέρος της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς και παγκόσμιο λογοτεχνικό μνημείο.

Κ.Α.: Ποια απάντηση θα δίνατε σε έναν σημερινό Έλληνα που ρωτά αν η γλώσσα του Ομήρου είναι η γλώσσα του; «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική»…
X.TΣ.: Θα έλεγα ότι είναι η γλώσσα των πολύ μακρινών προγόνων της δικής του γλώσσας. Ανήκει στην ίδια ιστορική οικογένεια και συνδέεται μαζί της με αδιάκοπη εξέλιξη, αλλά η ομηρική διάλεκτος όχι μόνο δεν είναι η γλώσσα που μιλά κάποιος σήμερα αλλά ούτε υπήρξε ποτέ η διάλεκτος που μιλούσε κάποιος. Η μεγαλύτερη ένδειξη σεβασμού προς αυτή τη συνέχεια δεν είναι να αρνηθούμε τις διαφορές, αλλά να τις αγκαλιάσουμε, να τις γνωρίσουμε δηλαδή και να τις κατανοήσουμε.

Κ.Α.: Και ποια πρακτική συμβουλή θα του δίνατε πριν ανοίξει για πρώτη φορά την Οδύσσεια;
X.TΣ.: Να πλησιάσει το έργο χωρίς δύο, εξίσου παραπλανητικές, προσδοκίες: ούτε ότι θα το καταλάβει χωρίς βοήθεια επειδή είναι συντεθειμένο/γραμμένο στα ελληνικά, ούτε ότι είναι απρόσιτο επειδή συντέθηκε/γράφτηκε πριν από σχεδόν τρεις χιλιετίες. Πρέπει να ξεκινήσουμε από τη λογοτεχνική εμπειρία και απόλαυση της ανάγνωσης της Οδύσσειας στη νέα ελληνική, αν θέλουμε στη συνέχεια (συμβουλευόμενοι το πρωτότυπο και ειδικές σχολιασμένες εκδόσεις) να αρχίσουμε ένα δύσκολο αλλά συναρπαστικό ταξίδι στα κέλευθα της ομηρικής ποίησης και μέσω αυτής στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας.

Κ.Α.: Κύριε Καθηγητά, σας ευχαριστώ θερμά!

Ο Καθηγητής Χρήστος K. Τσαγγάλης.

Ο Χρήστος K. Τσαγγάλης είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ, Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών (Academia Europaea) στην Τάξη της Κλασικής Φιλολογίας και των Ανατολικών Σπουδών (Section of Classics and Oriental Studies), Αντεπιστέλλον Μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών στην Τάξη των Γραμμάτων και Τεχνών, Γενικός Διευθυντής, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθυντής του Τμήματος Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη. Έχει υπάρξει ερευνητικός υπότροφος στο Center of Hellenic Studies (Harvard University, 2002 και 2014), μεταδιδακτορικός ερευνητής του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (2000-2001) και ερευνητής στο Ίδρυμα Παιδείας και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού (2010, 2017). Έχει βραβευθεί με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών στην Κλασική Φιλολογία (2007), το Αριστείο στις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες του ΑΠΘ (2017) και το Αριστείο Ώριμου Ερευνητή στις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες του ΑΠΘ (2025). Το ερευνητικό του πρόγραμμα για την υπομνηματισμένη έκδοση των αποσπασμάτων των αρχαίων Ελλήνων επικών ποιητών κατετάγη πρώτο στην κατηγορία των Ανθρωπιστικών Σπουδών και χρηματοδοτήθηκε για τα έτη 2019-2022 από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Είναι εκδότης του «Yearbook of Ancient Greek Epic» (Βrill), της σειράς μονογραφιών «Key Perspectives on Classical Research» (Walter de Gruyter), και βοηθός εκδότη της σειράς «Trends in Classics Supplementary Volumes» (Walter de Gruyter). Έχει συγγράψει 15 βιβλία, 78 άρθρα και μελέτες, και 21 βιβλιοκρισίες. Έχει (συν)εκδώσει 15 συλλογικούς τόμους στους οποίους έχει συγγράψει αντίστοιχο αριθμό κεφαλαίων, έχει επιμεληθεί τη μετάφραση 19 βιβλίων στα ελληνικά και έχει περισσότερες από 100 ομιλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.