facebook sharing button
Dub Inc: «Δεν θέλουμε να γίνουμε πιο διάσημοι. Μας αρέσει αυτό που είμαστε»
Dub Inc: «Δεν θέλουμε να γίνουμε πιο διάσημοι. Μας αρέσει αυτό που είμαστε»
CULTURE

Dub Inc: «Δεν θέλουμε να γίνουμε πιο διάσημοι. Μας αρέσει αυτό που είμαστε»

Ο Grégory “Zigo” Mavridorakis μιλά στο Street Mode για το “Atlas”, την ανεξαρτησία των Dub Inc, το πολιτικό reggae, τον Lars Ulrich, την Ελλάδα και σχεδόν τρεις δεκαετίες ζωής μέσα στην ίδια μπάντα.

Συνέντευξη με τον Grégory “Zigo” Mavridorakis των Dub Inc πριν την εμφάνισή τους στο Street Mode Festival

Οι Dub Inc δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις για το εγχώριο κοινό  – ιδίως εκείνο που αγαπάει τη reggae και τα καλοκαιρινά φεστιβάλ. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις σχημάτων που αγαπάνε να επιστρέφουν στην Ελλάδα με κάθε  επιστροφή να μοιάζει όλο και περισσότερο με reunion παρά με έναν ακόμα σταθμό στην περιοδεία.  Και φέτος, ακριβώς στη μετάβαση του αποκαλόκαιρου στις πρώτες ημέρες της φθινοπωρινής σεζόν επιστρέφουν για ένα διπλό χτύπημα,  το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου στο Gagarin 205 στην Αθήνα και την επόμενη μέρα, Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου, στο Street Mode Festival στη Θεσσαλονίκη.

Με καινούργιο υλικό στις αποσκευές, το ένατο album τους “Atlas”, που κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς, οι Dub Inc συνεχίζουν να χτυπάνε στο σέικερ το κοκτέιλ που ξέρουν να κάνουν τόσο καλά εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια. Dub, hip-hop, rock, επιρροές από μουσικές του κόσμου, πολιτικός λόγος και μια σταθερή πίστη στη δύναμη της συλλογικότητας περνούν μέσα από δώδεκα νέα tracks.

Λίγες ημέρες πριν επιστρέψουν στην Ελλάδα, o Grégory “Zigo” Mavridorakis, o άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από τα drums  των Dub Inc από την αρχή, άνοιξε το Zoom για να μας μιλήσει την την τρέχουσα φάση των Dub Inc.  Παιδί του metal και θαυμαστής του Lars Ulrich, βρήκε στο reggae έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβάνεται τον ρυθμό και, κάπου στην πορεία, με τη δύναμη της παρέας  βοήθησε στο να φτιαχτεί μια από  τις σημαντικότερες ανεξάρτητες reggae μπάντες όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και όλης της Ευρώπης.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες Dub Inc και ο βασικός πυρήνας της μπάντας έχει παραμείνει εντυπωσιακά σταθερός. Μετά από τόσο καιρό, υπάρχει κάτι που εξακολουθεί να σε εκπλήσσει στους ανθρώπους με τους οποίους παίζεις μουσική;

Όχι ιδιαίτερα, γιατί όλο αυτό ξεκίνησε βασικά ως μια παρέα στο σχολείο. Και νομίζω ότι ένας από τους βασικούς λόγους που αντέξαμε είναι ότι δεν είχαμε ποτέ κάποια ξαφνική εκτόξευση. Όλα έγιναν πολύ αργά.

Στην αρχή δυσκολευτήκαμε. Ήμασταν νέοι, δεν είχαμε χρήματα, δεν υπήρχε κάποια δισκογραφική πίσω μας και έπρεπε να τα μάθουμε όλα μόνοι μας. Όταν όμως μαθαίνεις αργά, κάνεις λάθη και επιμένεις, χτίζεις πολύ γερά θεμέλια.

Το ίδιο συνέβη και μεταξύ μας. Όταν υπήρχαν προβλήματα, απογοητεύσεις ή θέματα στα οποία διαφωνούσαμε, προσπαθούσαμε να ακούμε ο ένας τον άλλο. Συζητούσαμε πολύ. Κατά κάποιον τρόπο οι Dub Inc είναι ένα πολύ μικρό παράδειγμα του πώς θα μπορούσε να λειτουργεί και μια κοινωνία. Είμαστε άνθρωποι με πολύ διαφορετικό κοινωνικό, γεωγραφικό και πολιτισμικό υπόβαθρο και παρ' όλα αυτά καταφέραμε, ακούγοντας ο ένας τον άλλο και δίνοντας χρόνο στα πράγματα, να φτιάξουμε κάτι που κρατάει σχεδόν 30 χρόνια. Ξεκινήσαμε από το μηδέν και έχουμε πλέον περιοδεύσει σε όλες τις ηπείρους. Ίσως έχουμε βρει ένα μικρό κλειδί που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και η υπόλοιπη κοινωνία. (γελάει)

Μια λέξη που επιστρέφει συχνά όταν μιλάτε για τους Dub Inc είναι η «ελευθερία» – μουσική, δημιουργική, αλλά και επαγγελματική. Όσο μεγαλώνει μια μπάντα γίνεται δυσκολότερο να την προστατεύσει;

Για εμάς όχι τόσο, ακριβώς επειδή εξακολουθούμε να κάνουμε τα πράγματα μόνοι μας. Αυτό μας κρατά πραγματικά ελεύθερους.

Μουσικά, για παράδειγμα, ξέρουμε ότι ένα album έχει δέκα ή δεκαπέντε κομμάτια και μπορούμε μέσα σε αυτά να κινηθούμε σε πολλά διαφορετικά είδη. Και σταθήκαμε τυχεροί γιατί ήδη από το πρώτο album το κοινό κατάλαβε ότι οι Dub Inc είναι μια ανοιχτή μουσικά μπάντα. Δεν περιμένει από εμάς μόνο roots reggae ή μόνο αραβικές επιρροές ή hip-hop. Οπότε δεν υπάρχει ο φόβος ότι θα απογοητεύσουμε τον κόσμο αν κάνουμε κάτι διαφορετικό.

Το ίδιο ισχύει και διαδικαστικό και επιχειρηματικό κομμάτι. Είμαστε το agency του εαυτού μας και μπορούμε να οργανώσουμε την περιοδεία όπως θέλουμε. Μια άλλη εταιρεία μπορεί να σου κλείσει 30 συναυλίες σε 40 ημέρες επειδή έτσι μεγιστοποιείται το κέρδος. Εμείς έχουμε οικογένειες και παιδιά και έχουμε αποφασίσει, για παράδειγμα, να κάνουμε τρία shows την εβδομάδα και να επιστρέφουμε σπίτι. Βγάζουμε λιγότερα χρήματα, αλλά έχουμε καλύτερη ποιότητα ζωής. Και πιθανότατα αυτός είναι ένας από τους λόγους που εξακολουθούμε να είμαστε εδώ μετά από τόσα χρόνια.

Στο “Atlas” ακούμε reggae και hip-hop (φυσικά), rock αλλά και βορειοαφρικανική μουσική, ακόμα και cumbia. Όλα αυτά όμως αποδίδονται περισσότερο ως ενιαίος ήχος παρά ως συλλογή αναφορών. Πώς «πέτυχε» αυτό το blend;

Επειδή είμαστε επτά πολύ διαφορετικοί άνθρωποι και έχουμε μάθει να ακούμε πραγματικά ο ένας τον άλλο.

Μπορεί, για παράδειγμα, να φέρω στο studio την πρώτη instrumental εκδοχή ενός κομματιού. Οι τραγουδιστές θα ακούσουν κάτι διαφορετικό σε αυτό και θα αρχίσουν να δουλεύουν πάνω του. Μετά μπαίνουμε όλοι μαζί στον μεγάλο χώρο και το ξαναπιάνουμε από την αρχή. Οι άλλοι μουσικοί δεν ακούνε το κομμάτι ακριβώς όπως το ακούω εγώ. Θα προσθέσουν κάτι, θα προτείνουν να αλλάξουμε ένα μέρος. Η δική μου πρώτη εκδοχή θα μπορούσε ίσως να κυκλοφορήσει όπως ήταν, αλλά έχουμε έναν κανόνα: κάθε τραγούδι πρέπει να περάσει από όλη την μπάντα.

Στο “Atlas” αυτό έγινε ακόμα περισσότερο. Είχαμε πλέον το καινούργιο, μεγάλο studio μας και περάσαμε ατελείωτες ώρες όλοι μαζί μέσα στο δωμάτιο. Αυτή είναι μάλλον η «μυστική» συνταγή των Dub Inc: η συνάντηση επτά διαφορετικών προσωπικοτήτων.

Το δικό σου μουσικό background όμως ξεκινά από πολύ πιο σκληρούς ήχους και έχεις μιλήσει αρκετές φορές για την επιρροή του Lars Ulrich. Αναγνωρίζεις ακόμα εκείνον τον πιτσιρικά που αγαπούσε τους Metallica στον τρόπο που λειτουργείς σήμερα μέσα στους Dub Inc;

Ναι, αλλά όχι απαραίτητα μόνο στον τρόπο που παίζω drums. Περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο εμπλέκομαι σε ολόκληρο το project και στη μουσική γενικότερα.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν εμπλέκομαι υπερβολικά. Μετά σκέφτομαι τον τρόπο με τον οποίο ο Lars Ulrich είναι παρών σε κάθε πλευρά των Metallica. Δεν νομίζω ότι έχει να κάνει μόνο με το “ego”.  Όταν θέλεις να σπρώξεις ένα project όσο πιο μακριά μπορεί να φτάσει, πρέπει να δώσεις τον εαυτό σου.

Δεν περιμένω από τους υπόλοιπους να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο – ο καθένας έχει τον δικό του. Αλλά αυτό είναι κάτι που αναγνωρίζω στον εαυτό μου από τον Lars: να επενδύω πλήρως στη μουσική, σε κάθε πλευρά, σε όλο το project.

Το reggae drumming στηρίζεται πολύ στην εγκράτεια, στο να ξέρεις τι να μην παίξεις. Την ίδια στιγμή, τα live των Dub Inc είναι πολύ σωματικά και εκρηκτικά. Πώς ισορροπείς αυτά τα δύο ένστικτα;

Με τα χρόνια προσπαθώ να παίζω λιγότερο. Στα γαλλικά θα το λέγαμε αυτό “sobre”, να είσαι λιτός. Έχω καταλάβει ότι έτσι γίνομαι πιο αποτελεσματικός.

Μπορώ πολύ εύκολα να παραδεχτώ ότι δεν είμαι κάποια ιδιοφυΐα στα drums. Δεν έχω την τεχνική κάποιου που έχει περάσει 30 χρόνια κάνοντας καθημερινά μελέτη. Δεν ήμουν ποτέ καλός μαθητής, έπρεπε να μάθω πολλά πράγματα μόνος μου.

Και χρειάστηκα χρόνια για να αποδεχτώ ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα μειονέκτημα. Αυτό που ακούς από εμένα στη σκηνή είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω. Δεν προσπαθώ να παίξω κάτι περισσότερο από αυτό που μπορώ· προσπαθώ να βάλω όλη μου τη δύναμη σε αυτό που μπορώ να παίξω.

Ο πρώτος μου δάσκαλος μού είχε πει κάτι που κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα: πρέπει να μπορείς να συγκεντρώνεσαι σε κάθε χτύπημα. Κάθε ένα πρέπει να είναι σωστό.

Και νομίζω ότι κάτι παρόμοιο ισχύει για όλη την μπάντα. Δεν έχουμε μουσικές ιδιοφυΐες στους Dub Inc. Έχουμε πολύ καλούς επαγγελματίες μουσικούς που ξέρουν να παίζουν καθαρά, να μην παραφορτώνουν τα κομμάτια και να λειτουργούν μαζί. Εκεί βρίσκεται η δύναμή μας.

Το reggae κουβαλάει μια τεράστια μουσική και πολιτισμική παράδοση, αλλά κάποιες φορές ακριβώς αυτή η παράδοση μπορεί να μετατραπεί σε μανιέρα. Νιώσατε ποτέ εγκλωβισμένοι σε αυτήν;

Όχι. Αν συγκρίνεις το reggae από τα τέλη της δεκαετίας του ’70  με αυτό που ακούς σήμερα, φυσικά θα βρεις κοινά στοιχεία, αλλά στο ενδιάμεσο έχουν αλλάξει πάρα πολλά: οι παραγωγές, οι δομές των τραγουδιών, οι θεματικές, ο τρόπος παιξίματος.

Εμείς ξεκινήσαμε στα τέλη των '90s και έχουμε δει όλες αυτές τις διαφορετικές περιόδους. Ακόμα και τα ντραμς έχουν αλλάξει εντελώς από την εποχή του Sly Dunbar μέχρι σήμερα.

Υπάρχουν βέβαια κάποια συστατικά που παραμένουν. Για μένα η μπασογραμμή είναι ίσως το σημαντικότερο. Είναι αυτό που κρατάει το reggae ενωμένο από τη δεκαετία του '80 μέχρι σήμερα. Οι ρυθμοί παραμένουν επίσης, αλλά ο τρόπος που τους παίζεις και τους παράγεις έχει εξελιχθεί. Μπορείς να πας στην Τζαμάικα και να δεις έναν εβδομηντάχρονο να χορεύει με το σύγχρονο reggae. Η παραγωγή άλλαξε, αλλά το μπάσο και το συναίσθημα είναι ακόμα εκεί.

Οι Dub Inc live στις Βρυξέλλες το 2016 / © Peter Verwimp / Wikipedia

Το reggae είναι επίσης πολιτική μουσική και οι Dub Inc υπήρξατε πάντοτε κοινωνικά και πολιτικά ενεργοί, χωρίς όμως να περιορίζεστε σε ένα σύνθημα. Σε μια εποχή τόσο πολωμένη, είναι δυσκολότερο να γράψεις ένα πραγματικά πολιτικό τραγούδι;

Όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε το “Atlas”, είπαμε ότι ζούμε σε μια πολύ σκοτεινή κοινωνικά περίοδο και θέλαμε να φτιάξουμε έναν θετικό δίσκο. Μετά όμως η Ρωσία επιτέθηκε στην Ουκρανία, βλέπαμε όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη, την άνοδο του φασισμού – όχι μόνο στη Γαλλία ή στην Ευρώπη αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο.

Και είπαμε: ναι, θέλουμε να κάνουμε θετική μουσική, αλλά έχουμε και έναν ρόλο μέσα στην κοινωνία. Είμαστε καλλιτέχνες και πρέπει να μιλάμε για αυτά που βλέπουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι γράφουμε για τον ρατσισμό και τον φασισμό εδώ και 25 χρόνια. Δεν θέλαμε να γράψουμε ακριβώς το ίδιο τραγούδι για άλλη μία φορά. Έτσι οι τραγουδιστές μας άλλαξαν λίγο τον τρόπο που γράφουν. Δεν ήθελαν να λειτουργούν σαν δημοσιογράφοι, καταγράφοντας απλώς γεγονότα. Προσπάθησαν να βάλουν περισσότερη ποίηση.

Το “Atlas”, για παράδειγμα, μιλά για τα σύνορα και για το παράλογο της ύπαρξής τους. Ξέρουμε ότι όταν υπάρχει πόλεμος οι άνθρωποι αναγκάζονται να φύγουν και μετά η ανθρωπότητα κατασκευάζει πύλες και φράχτες για να τους εμποδίσει.

Πολλοί μέσα στην μπάντα έχουμε ιστορίες μετανάστευσης ή εξορίας στις οικογένειές μας. Όταν μεγαλώνεις ακούγοντας ανθρώπους που άφησαν πίσω τη χώρα, την οικογένεια και ολόκληρο το παρελθόν τους, αποκτάς ίσως μια διαφορετική ευαισθησία απέναντι σε αυτά τα πράγματα.

Δεν θέλουμε λοιπόν να κλείνουμε τα μάτια, αλλά ούτε να γράφουμε διδακτικά τραγούδια του τύπου «αυτός είναι καλός, αυτός είναι κακός». Έτσι γράφαμε ίσως πριν από 20 χρόνια. Σήμερα θέλουμε να το προσεγγίζουμε διαφορετικά.

Αν με ρωτήσεις ως άνθρωπο, η προσωπική μου θέση είναι ξεκάθαρη και θεωρώ ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στην Παλαιστίνη με τη βοήθεια άλλων χωρών. Δεν αποφεύγω να πάρω θέση. Αλλά όταν κάνουμε τέχνη σήμερα, προτιμάμε την ποίηση. Και πιστεύω ότι ο κόσμος καταλαβαίνει πολύ καλά τι θέλουμε να πούμε.

Επιστρέφετε τώρα στην Ελλάδα, όπου έχετε παίξει πολλές φορές και υπάρχει μια σχέση που μοιάζει ιδιαίτερη και από τις δύο πλευρές. Μετά από τόσα διαφορετικά κοινά σε όλο τον κόσμο, τι κάνει ένα κοινό να ξεχωρίζει για εσάς;

Η αλήθεια είναι ότι όπου κι αν πηγαίνουμε ο κόσμος είναι πολύ καλός μαζί μας. Χαμογελάει, περνάμε ωραία, έχουμε ένα εξαιρετικό κοινό.

Για μένα βέβαια υπάρχει και το προσωπικό στοιχείο, γιατί είμαι κατά το ήμισυ Έλληνας. Οπότε όταν έρχομαι εδώ αισθάνομαι κάπως σαν να επιστρέφω σπίτι. Ο πατέρας μου περνάει περίπου έξι μήνες τον χρόνο στην Ελλάδα.

Αλλά και όλη η μπάντα έχει δεθεί με τη χώρα. Έρχονται εδώ για διακοπές, έχουμε φίλους εδώ. Ίσως έχει να κάνει και με το ότι η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά και πολιτισμικά σε ένα σταυροδρόμι Δυτικής Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής. Μέσα στους αιώνες έχει συγκεντρώσει διαφορετικές κουλτούρες – και αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, και η ουσία των Dub Inc.

Ίσως γι' αυτό νιώσαμε αυτή τη σύνδεση με το ελληνικό κοινό σχεδόν από την πρώτη συναυλία. Ακόμα και όταν ακούω ελληνική μουσική, πολλές φορές τη νιώθω πολύ κοντά στην αραβική μουσική. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε κάλλιστα να έχουμε γεννηθεί εδώ.

Μετά από σχεδόν 30 χρόνια, υπάρχει κάτι που νιώθεις ότι παραμένει ανεκπλήρωτο για τους Dub Inc; Κάτι που πρέπει ακόμα να κατακτήσετε;

Φυσικά θα μπορούσαμε να πουλήσουμε περισσότερους δίσκους ή να παίξουμε σε ακόμα μεγαλύτερα venues. Αλλά όταν ξεκίνησα και είπα στους γονείς μου ότι δεν θα συνεχίσω τις σπουδές μου και θα προσπαθήσω να γίνω μουσικός, πίστευα πραγματικά ότι θα είμαι φτωχός σε όλη μου τη ζωή και θα παίζω σε μπαρ και κάμπινγκ. Και ήμουν απολύτως εντάξει με αυτό.

Τα τελευταία 30 χρόνια απλώς μεγαλώνουμε πολύ αργά, βήμα βήμα. Και σε κάθε συναυλία έχω ακόμα την ίδια ενέργεια και το ίδιο πάθος. Νιώθω την ίδια ευγνωμοσύνη που ένιωθα στην πρώτη μας εμφάνιση σε ένα μπαρ όταν είδα 30 ανθρώπους να χοροπηδάνε μαζί μας. Για μένα ήταν ευλογία τότε και παραμένει ευλογία σήμερα.

Οπότε ναι, νομίζω ότι έχουμε ήδη καταφέρει κάτι πολύ μεγάλο και πραγματικά δεν μπορώ να ζητήσω περισσότερα. Δεν θα ήθελα καν να είμαστε πιο διάσημοι. Μου αρέσει ακριβώς ο τρόπος που είμαστε.