Ο Άγγελος Ν. Βάσσος ξέρει από Θεσσαλονίκη!
«Η Θεσσαλονίκη έχει προσωπικότητα. Αυτό που της λείπει είναι η αυτοπεποίθηση να την εκφέρει καθαρά».
Συνέντευξη με τον δημοσιογράφο και εκδότη του free press περιοδικού Citymag, Άγγελο Ν. Βάσσο
Το Citymag είναι ο απόλυτος φρι πρες οδηγός της πόλης και ο εκδότης του, ιδανικός ξεναγός για τη Θεσσαλονίκη των ημερών. Παραδοσιακά, λόγω ΔΕΘ, τέτοιες μέρες οι δρόμοι και οι πλατείες σκάνε από κόσμο, εξαγγελίες, ταξίματα και ηδονιστικό σαφάρι ανεύρεσης καλής ζωής. Η συνέντευξη που ακολουθεί, επομένως, ας λειτουργήσει ως password που ξεκλειδώνει τα μυστικά της Θεσσαλονίκης.
Κατέχεις την πόλη οριζοντίως και καθέτως, την περπατάς καθημερινά, η δημοσιογραφία σου είναι ρεπορταζιακή, καταγράφεις τις μικρές και μεγάλες αλλαγές, οπότε ευθέως: σε τι φάση βρίσκεται η Θεσσαλονίκη;
Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα φάση. Βρίσκεται στη φάση εκείνη που ένας άνθρωπος, ύστερα από χρόνια που του έλεγαν ότι «κάποτε θα τα καταφέρει», αρχίζει επιτέλους να σηκώνεται από την καρέκλα και να κάνει πράγματα.
Επί δεκαετίες η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη σε αναμονή. Περιμέναμε το μετρό, περιμέναμε το FlyOver, περιμέναμε την ανάπλαση της ΔΕΘ, περιμέναμε το λιμάνι, περιμέναμε επενδύσεις, περιμέναμε να γίνει κάτι μεγάλο, για να αρχίσουμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να γίνουμε κάτι μεγάλο. Υπήρχε μια σχεδόν μεταφυσική σχέση με το μέλλον: το καλύτερο της πόλης βρισκόταν πάντοτε λίγα χρόνια παρακάτω.
Αυτό αλλάζει. Και αλλάζει όχι επειδή ξαφνικά γίναμε τέλειοι — προς Θεού. Εξακολουθούμε να έχουμε κυκλοφοριακό, έλλειψη πρασίνου, προβλήματα στάθμευσης, γραφειοκρατία, καθυστερήσεις και όλες τις παλιές ελληνικές αμαρτίες. Αλλά για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες συμβαίνουν ταυτόχρονα πράγματα σε υποδομές, επενδύσεις, τουρισμό, πολιτισμό και δημόσιο χώρο.
Αυτή είναι για εμένα η λέξη-κλειδί της επόμενης Θεσσαλονίκης: η σύνδεση.
Και το σημαντικότερο: αρχίζουν να συνδέονται. Αυτή είναι για εμένα η λέξη-κλειδί της επόμενης Θεσσαλονίκης: η σύνδεση. Να συνδεθεί το λιμάνι με τον σιδηρόδρομο, το αεροδρόμιο με το μετρό, τα πανεπιστήμια με την οικονομία, το κέντρο με τα δυτικά, η πόλη με τη θάλασσα, η ιστορία με το μέλλον. Οι μεγάλες μητροπόλεις δεν είναι συλλογές από ωραία έργα. Είναι οικοσυστήματα.
Άρα, αν με ρωτάς «σε τι φάση βρίσκεται;», θα έλεγα: στην πρώτη πραγματική φάση ενηλικίωσης μετά από πολλές δεκαετίες εφηβείας. Και, όπως συμβαίνει με κάθε εφηβεία, θα κάνει λάθη. Αλλά, τουλάχιστον, τώρα κινείται.
Έγραψες πρόσφατα ότι της πόλης της λείπει η φιλοδοξία. Δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ισχυρό διεθνές brand, δεν έχει αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να «πουλήσει». Είμαστε γαστρονομικός προορισμός; Βυζαντινή πρωτεύουσα; Πόλη πολιτισμού; Hub για τη Βαλκανική; Πανεπιστημιούπολη; Προορισμός για ψηφιακούς νομάδες; Πως προσπαθεί να είναι λίγο απ’ όλα και γι’ αυτό, τελικά, δεν κυριαρχεί σε τίποτα. Στο επιμύθιο εκείνου του άρθρου σου κατέληγες πως «Η Θεσσαλονίκη δεν πάσχει από έλλειψη δυνατοτήτων. Πάσχει από έλλειψη αυτοπεποίθησης». Για επέκτεινε, κύριε, τι φταίει και δεν μπορεί η πόλη να κυνηγήσει μια ξεκάθαρη αφηγηματική ταυτότητα, όπως έκαναν η Αμβέρσα, το Μάντσεστερ ή το Σαν Σεμπαστιάν;
Η Θεσσαλονίκη έχει προσωπικότητα. Αυτό που της λείπει είναι η αυτοπεποίθηση να την εκφέρει καθαρά. Και αυτό είναι, ίσως, ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον πρόβλημα.
Δεν είμαστε μια πόλη χωρίς υλικό. Είμαστε μια πόλη με υπερβολικά πολύ υλικό. Έχουμε θάλασσα, ιστορία, πολυπολιτισμικό παρελθόν, γαστρονομία, πανεπιστήμια, λιμάνι, γεωγραφική θέση, πολιτισμό, νυχτερινή ζωή, νεανικό πληθυσμό, μια εξαιρετικά ιδιαίτερη αστική κλίμακα. Έχουμε ακόμη και κάτι που πολλές πόλεις θα πλήρωναν ακριβά για να αποκτήσουν: χαρακτήρα.
Η Θεσσαλονίκη δεν πρόκειται να γίνει Σαν Σεμπαστιάν επειδή θα αποφασίσει ένα πρωί ότι είναι «γαστρονομική πόλη».
Το πρόβλημα είναι ότι επί χρόνια προσπαθούσαμε να αποφασίσουμε ποιο από όλα αυτά θα είμαστε. Ίσως όμως η απάντηση να είναι ότι δεν χρειάζεται να διαλέξουμε. Η Θεσσαλονίκη δεν πρόκειται να γίνει Σαν Σεμπαστιάν επειδή θα αποφασίσει ένα πρωί ότι είναι «γαστρονομική πόλη». Ούτε θα γίνει Μάντσεστερ επειδή θα αποφασίσει ότι είναι «τεχνολογικό hub». Η δική της ευκαιρία είναι να συνθέσει πράγματα που αλλού εμφανίζονται χωριστά.
Μια πόλη της θάλασσας που είναι ταυτόχρονα βαλκανική πύλη, πολιτιστικός κόμβος, πανεπιστημιακή πόλη, γαστρονομικός προορισμός και πόλη γνώσης. Και αυτό δεν είναι μάρκετινγκ. Είναι γεωγραφία, ιστορία και οικονομία. Άλλωστε, η πόλη ήδη μετακινείται από ένα παλιό παραγωγικό μοντέλο σε ένα μοντέλο γνώσης, έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας. Παράλληλα, το λιμάνι αποκτά ξανά στρατηγικό βάρος ως πύλη προς τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Και η πολιτιστική της υποδομή είναι ήδη πολύ ισχυρότερη απ’ όσο συχνά αντιλαμβανόμαστε.
Άρα, δεν θα έψαχνα ένα σλόγκαν. Θα έψαχνα μια μεγάλη αφήγηση. Και η αφήγηση αυτή θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά απλή: μια μεσογειακή πόλη με βαλκανικό μυαλό, ιστορικό βάθος και βλέμμα προς το μέλλον. Αυτό, ναι: θα το αγόραζα.
Να το ξεκαθαρίσω για τους αναγνώστες: γκρινιάζουμε για τη Θεσσαλονίκη επειδή την αγαπάμε και καιγόμαστε να τη δούμε να απογειώνεται. Προσωπικά εκστασιάζομαι από τα μεγάλα έργα που τρέχουν και ανυπομονώ για ακόμη περισσότερα. Πώς βλέπεις όλην αυτή την under construction ατμόσφαιρα που κυριαρχεί;
Τη βλέπω ως άνθρωπος που έχει ζήσει αρκετά χρόνια σε μια πόλη όπου το «εργοτάξιο» σήμαινε συνήθως «θα δούμε». Τώρα, επιτέλους, βλέπω εργοτάξια που σημαίνουν «κάτι φτιάχνεται». Και, ναι: είναι εκνευριστικά. Σου ανοίγουν τον δρόμο, σου κλείνουν τον δρόμο, σου αλλάζουν τη διαδρομή, σου βάζουν μια λαμαρίνα μπροστά στη μούρη και σου θυμίζουν κάθε πρωί ότι η αστική ανάπτυξη δεν είναι κάποια θεραπεία σπα. Αλλά προτιμώ χίλιες φορές μια πόλη που είναι προσωρινά άβολη επειδή αλλάζει από μια πόλη που είναι μόνιμα άνετη επειδή δεν αλλάζει τίποτα.
Η πόλη ξαναμπήκε στη διαδικασία να πιστεύει ότι ένα μεγάλο έργο μπορεί πράγματι να τελειώσει.
Το μετρό, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς ένα συγκοινωνιακό έργο. Η ολοκλήρωσή του είχε και μια τεράστια ψυχολογική σημασία: η πόλη ξαναμπήκε στη διαδικασία να πιστεύει ότι ένα μεγάλο έργο μπορεί πράγματι να τελειώσει. Και τώρα έχουμε μπροστά μας μια σειρά παρεμβάσεων που δεν πρέπει να τις κοιτάμε σαν ξεχωριστές κορδέλες εγκαινίων. Η ΔΕΘ, η πλατεία Ελευθερίας, η Αριστοτέλους, οι δυτικές πλατείες (Δημοκρατίας και Διοικητηρίου), η παραλία, το λιμάνι, το Φιξ, οι νέες αναπτύξεις, οι υποδομές μεταφορών. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο αν όλα αυτά θα αρχίσουν να λειτουργούν μαζί.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα. Δεν χρειάζομαι μια Θεσσαλονίκη με περισσότερα έργα. Χρειάζομαι μια Θεσσαλονίκη όπου τα έργα θα κάνουν το ένα το άλλο καλύτερο.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη: η επόμενη μεγάλη αστική επένδυση δεν θα είναι απαραίτητα από μπετόν. Θα είναι δέντρα, σκιά, δημόσιος χώρος, προσβασιμότητα, καθαρότερος αέρας και η δυνατότητα να περπατάς χωρίς να αισθάνεσαι ότι περνάς από οντισιόν για το Survivor. Αυτό είναι, για εμένα, το πραγματικά συναρπαστικό κομμάτι.
Έχεις γράψει, επίσης, πρόσφατα πως «Η Θεσσαλονίκη μοιάζει συχνά με άνθρωπο που αγοράζει ένα σπίτι με θέα τη θάλασσα και περνάει την πρώτη του μέρα συζητώντας για το αν μια βίδα στο χερούλι της μπαλκονόπορτας δεν βιδώθηκε απόλυτα ίσια. Η παρατήρηση μπορεί να είναι σωστή, η ιεράρχηση όμως είναι καταστροφική». Έχεις τίποτα καλές ιδέες για το τι πρέπει να γίνει με τους γκρινιάρηδες, τους μπαγιάτηδες, τους παρόχους αρνητικής ενέργειας, τη φυλή των Μ.Μ. (Μονίμως Μεμψιμοιρούντων) και όλους αυτούς που συνεχώς μιλούν για «Έγκλημα» εδώ και «Έγκλημα» εκεί;
Τους αγαπάμε. Τι άλλο να κάνουμε; Είναι δικοί μας άνθρωποι. Απλώς, χρειάζονται περιστασιακά μια αγκαλιά και ένα εισιτήριο μονής διαδρομής μέχρι την Καλαμαριά.
Η κριτική είναι απαραίτητη. Η λογοδοσία είναι απαραίτητη. Και μια πόλη που δεν διαμαρτύρεται ποτέ είναι πιθανότατα μια πόλη που έχει πεθάνει και δεν το έχει καταλάβει. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην κριτική και την αυτοϋπονόμευση.
Όταν ανοίγει ένα καινούργιο μετρό και το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να ψάξουμε το ένα πλακάκι που δεν είναι ολόσωστα τοποθετημένο, έχουμε χάσει την εικόνα.
Όταν ανοίγει ένα καινούργιο μετρό και το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να ψάξουμε το ένα πλακάκι που δεν είναι ολόσωστα τοποθετημένο, έχουμε χάσει την εικόνα. Όταν δημιουργείται μια νέα δημόσια υποδομή και η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στην καθυστέρηση ενός μηνός, έχουμε χάσει την εικόνα. Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο έχει περιγράψει αυτήν την παθογένεια με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο: «διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο».
Και δεν είναι απλώς θέμα ψυχολογίας. Η αυτοπεποίθηση είναι οικονομικό και πολιτικό κεφάλαιο. Οι πόλεις που προχωρούν δεν είναι πόλεις χωρίς προβλήματα. Είναι πόλεις που ξέρουν να διακρίνουν το σημαντικό από το ασήμαντο. Να λένε «αυτό είναι λάθος, πρέπει να διορθωθεί», χωρίς να καταλήγουν στο «άρα, τίποτα δεν λειτουργεί».
Θα ήθελα, λοιπόν, λιγότερο «έγκλημα» και περισσότερο «τι μπορούμε να κάνουμε καλύτερα;». Λιγότερο «αυτά μόνο στη Θεσσαλονίκη» και περισσότερο «κοίτα τι μπορούμε να κάνουμε εδώ». Και, κυρίως, λιγότερη λατρεία της αποτυχίας. Επειδή υπάρχει κάτι βαθιά βολικό στο να πιστεύεις ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει: δεν χρειάζεται να πάρεις οποιοδήποτε ρίσκο, δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις. Δεν χρειάζεται καν να χαρείς.
Όταν ανοίγει ένα καινούργιο μετρό και το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να ψάξουμε το ένα πλακάκι που δεν είναι ολόσωστα τοποθετημένο, έχουμε χάσει την εικόνα. Όταν δημιουργείται μια νέα δημόσια υποδομή και η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στην καθυστέρηση ενός μηνός, έχουμε χάσει την εικόνα. Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο έχει περιγράψει αυτήν την παθογένεια με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο: «διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο».
Αρκετά με τους δυσοίωνους, ζήτω η νέα, γενναία Θεσσαλονίκη και το λέω εν πλήρει συνειδήσει: Θεωρώ πως είσαι από τα πρόσωπα που ο δημόσιος λόγος και η παρουσία τους κάνουν μέντορινγκ θετικότητας στους αναγνώστες που επιθυμούν να μάθουν τι καλό τρέχει στη Θεσσαλονίκη και σε τι καλύτερο μπορούμε να ελπίζουμε. Αλήθεια, πώς έγινε το Citymag; Ιδρυτική διακήρυξη, μανιφέστο, μίλησέ μου για το πέρασμά σου από δημοσιογράφος (και) στα εκδοτικά;
Το Citymag ξεκίνησε από μια πολύ απλή πεποίθηση: ότι μια πόλη αξίζει να έχει το περιοδικό που θα θέλαμε εμείς να διαβάζουμε γι’ αυτήν. Όχι έναν κατάλογο εγκαινίων. Όχι ένα λάιφστάιλ φυλλάδιο που θα σου πει πού να πιεις ένα τζιν τόνικ και θα θεωρήσει ότι έκανε δημοσιογραφία. Και, από την άλλη, ούτε μια εφημερίδα που αντιμετωπίζει την πόλη σαν μόνιμη σκηνή καταστροφής.
Ήθελα να υπάρχει χώρος για την πραγματική Θεσσαλονίκη: για τις επιχειρήσεις, την αρχιτεκτονική, το φαγητό, τον πολιτισμό, τους ανθρώπους, τις γειτονιές, τις νέες ιδέες, αλλά και για τις αντιφάσεις της. Και, κυρίως, ήθελα να υπάρχει περιέργεια. Για εμένα, η δημοσιογραφία αρχίζει όταν κάτι σε κάνει να πεις «για κάτσε να δω τι πραγματικά συμβαίνει εδώ».
Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε και με την έκδοση που ετοιμάσαμε με αφορμή τη φετινή ΔΕΘ. Να μη φτιάξουμε έναν κατάλογο έργων, αλλά να κοιτάξουμε πίσω από αυτά. Τι αλλάζουν; Τι σημαίνουν για την οικονομία; Πώς επηρεάζουν την καθημερινότητα; Μπορούν να λειτουργήσουν ως κομμάτια ενός μεγαλύτερου σχεδίου;
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θέλω το Citymag να είναι απλώς καθρέφτης της πόλης. Θέλω να είναι και μέρος της συζήτησής της. Να καταγράφει αυτό που συμβαίνει, αλλά να έχει το θράσος να ρωτά και τι πρέπει να συμβεί μετά. Αυτό είναι, αν θέλεις, το μανιφέστο μας.
Δεν πιστεύω ότι η αισιοδοξία είναι το αντίθετο της δημοσιογραφίας. Το αντίθετο της δημοσιογραφίας είναι η αδιαφορία.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη: δεν πιστεύω ότι η αισιοδοξία είναι το αντίθετο της δημοσιογραφίας. Το αντίθετο της δημοσιογραφίας είναι η αδιαφορία. Μπορείς να είσαι απολύτως αυστηρός και, ταυτόχρονα, να πιστεύεις ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα. Ίσως μάλιστα πρέπει να είσαι αυστηρός ακριβώς επειδή το πιστεύεις.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για το περιοδικό σου, σε μια τόσο περίεργη και δύστοκη εποχή για τα μίντια της Θεσσαλονίκης, να μη χαμηλώνετε τον πήχυ και να κρατάτε τέτοια ποιοτικά στάνταρ;
Καθόλου εύκολο. Αλλά εδώ υπάρχει ένα μικρό κόλπο: αν χαμηλώσεις τον πήχη για να γίνει η δουλειά ευκολότερη, στο τέλος έχεις κάνει απλώς μια ευκολότερη δουλειά. Και δεν βλέπω γιατί να το κάνουμε.
Τα μίντια βρίσκονται σε μια εποχή όπου όλοι ανταγωνίζονται για την προσοχή του ανθρώπου. Ο άλλος έχει μπροστά του το κινητό, το TikTok, το Instagram, το Netflix, το YouTube, το AI, το σύμπαν ολόκληρο. Αν εσύ του δώσεις ακόμη ένα πράγμα που μπορεί να καταναλώσει μηχανικά, έχεις χάσει πριν καν ξεκινήσεις. Άρα πρέπει να του δώσεις κάτι που αξίζει να τον κάνει να σταματήσει: μια καλή ιστορία, μια καλή φωτογραφία, μια ιδέα που δεν είχε σκεφτεί, ένα πρόσωπο που δεν γνώριζε, μια άποψη που θα τον εκνευρίσει λίγο (ή και πολύ). Και, ιδανικά, κάτι που θα τον κάνει να κλείσει το περιοδικό και να βγει στον δρόμο.
Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε. Και ίσως εδώ επιστρέφουμε πάλι στη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο πράγμα που χρειάζεται η πόλη χρειάζεται και ένα μέσο: φιλοδοξία. Όχι μεγαλομανία: φιλοδοξία. Να πεις «θα προσπαθήσω να κάνω κάτι καλύτερο από αυτό που υπάρχει ήδη». Και να δεχτείς ότι μερικές φορές θα αποτύχεις. Αλλά, τουλάχιστον, θα έχεις αποτύχει προσπαθώντας να κάνεις κάτι που αξίζει.
Σε ευχαριστώ (προκαταβολικά!) για την απάντηση στην επόμενη ερώτηση, που ενέχει «λιστοειδή» απορία. Λέω ευχαριστώ, Άγγελε, γιατί κάθε φορά που τρέχει η ΔΕΘ και ο Σεπτέμβρης, μου ζητούν από την εφημερίδα οδηγό καλής, ντερμπεντέρας και γουσταρλίδικης θεσσαλονικιώτικης everydaylife και «νυχτολουλουδίσιας» ζωής. Δεδομένου πως κατέχεις απόλυτα τα ωραία και τα καλά μας, μπορείς, μέγιστε ηδονοθήρα, να τιπάρεις τα αγαπημένα σου στις κατηγορίες μπραντς, στέκια για καφέ και χάζι, μπαρ, εστιατόρια και λοιπά sos του κωδικού «Θεσσαλονίκη ως το μεδούλι;»
Θα ξεκινήσω από κάτι που θεωρώ σημαντικό: η Θεσσαλονίκη δεν τρώγεται μόνο «στα καλύτερα εστιατόρια». Τρώγεται στον δρόμο, στο πρωινό, στον καφέ που θα πιεις όρθιος, στο ουζερί όπου θα παραγγείλεις περισσότερα απ’ όσα πρέπει, στο μπαρ όπου θα πας για ένα ποτό και θα φύγεις όταν θα έχει πια ξημερώσει. Η πόλη έχει αυτό το μεγάλο πλεονέκτημα: η γαστρονομία της είναι μέρος της καθημερινής ζωής της και όχι απλώς του τουριστικού της προϊόντος. Και όσο η πόλη γίνεται πιο περπατήσιμη και αποκτά περισσότερους πόλους, τόσο αυτό θα ενισχύεται.
Για πρωινό ή για brunch, θα έβαζα στη λίστα το The Caravan Café — όχι επειδή χρειάζεται άλλη μία ψήφο, αλλά επειδή έχει αυτήν την πολύτιμη ιδιότητα να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε κανονικό μέρος της πόλης και όχι σε σκηνικό για Instagram (παρότι πλέον, μετά την αναστήλωση του Αλκαζάρ, έχει γίνει από τα πλέον ισταγκραμικά σημεία της Θεσσαλονίκης). Και, αν θέλεις κάτι πιο «καφές πρώτα, ζωή μετά», θα πήγαινα προς το Peach Boy στη Δέλλιου — σερβίρουν εξαιρετικό καφέ από το Valenio και τον γκουρού του καφέ Βαλάντη Λαμπριανίδη σε μία από τις ωραιότερες (και μέχρι πριν από μερικά χρόνια παραγνωρισμένες) πλατείες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η πόλη είναι καλύτερη όταν την περπατάς παρά όταν την καταναλώνεις ως checklist.
Σε κάθε περίπτωση, για καφέ και χάζι θα πρότεινα να μην κάνουμε το λάθος του τουρίστα: δεν χρειάζεται να ψάχνεις πάντοτε «το μαγαζί». Ψάξε τον δρόμο: την Αριστοτέλους όταν πέφτει ο ήλιος, την παραλία, τα στενά γύρω από την Αγίας Σοφίας και τη Βενιζέλου, τα Λαδάδικα όταν αρχίζουν να ανάβουν τα φώτα. Η πόλη είναι καλύτερη όταν την περπατάς παρά όταν την καταναλώνεις ως checklist.
Για ποτό, η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να έχει αυτήν την υπέροχη αδυναμία να μην καταλαβαίνει πότε τελειώνει η ημέρα. Εκεί θα ψήφιζα με κλειστά μάτια το Purovōku Project στην Καρίπη, πίσω από το Μπεζεστένι, για τα δημιουργικά κοκτέιλ και τη zero waste λογική του (συν το ότι τα παιδιά που το «τρέχουν» είναι από τα καλύτερα παιδιά στην πόλη).
Για φαγητό, θα έλεγα πρώτα απ’ όλα να μην έρθει κάποιος στη Θεσσαλονίκη ψάχνοντας μόνο fine dining. Θα χάσει το μισό νόημα. Σίγουρα θα πρότεινα το «Duck» της Ιωάννας Θεοδωρακάκη, που μόλις μετακόμισε στο ισόγειο του ξενοδοχείου Excelsior, στην οδό Μητροπόλεως, προτείνοντάς μας πιάτα όπως οι λαχανοντολμάδες αβγολέμονο και το μοσχαράκι με μελιτζάνα, αλλά και πιο δημιουργικές παρασκευές, όπως η πάπια κονφί με ψητά αχλάδια και χειροποίητη σάλτσα σύκου ή το ρυζόγαλο με φρέσκα σύκα και καραμελωμένα αμύγδαλα (τρέξτε να το προλάβετε όσο τα σύκα είναι στην εποχή τους). Αγαπώ πολύ, επίσης, το Βουκάκρατο στην Καλαποθάκη — όχι μόνον επειδή ο ιδιοκτήτης και σεφ Νίκος Τσομπανίδης κάνει θαύματα σε έναν κατάλογο όπου πρωταγωνιστούν και το κρέας και το ψάρι, αλλά κυρίως επειδή απέχει συστηματικά από τη μάστιγα των reels και των stories που, δυστυχώς, φαίνεται να απασχολούν πολλά εστιατόρια πολύ περισσότερο από το τι μαγειρεύουν στις κουζίνες τους. Και θα άφηνα και λίγο χώρο για κάτι πιο street και άμεσο, όπως το Salento Wood Fired Street Food, στη Βενιζέλου με Ολύμπου (υπέροχη η Ολύμπου, ομορφαίνει μέρα με τη μέρα).
Και μετά, θα έκανα κάτι ακόμη πιο θεσσαλονικιώτικο: θα σταματούσα να ψάχνω «το καλύτερο». Επειδή το ωραίο με αυτήν την πόλη είναι ότι μπορείς να φας εξαιρετικά χωρίς να χρειάζεται να έχεις κλείσει τραπέζι τρεις εβδομάδες πριν. Μπορείς να φας ψάρι, κρέας, μεζέ, πίτσα, μπουγάτσα, κουλούρι, ένα εξαιρετικό σάντουιτς ή κάτι που δεν ξέρεις καν πώς να προφέρεις.
Και αυτό είναι, τελικά, το δυνατότερο brand της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι ένα αξιοθέατο. Είναι ο τρόπος που περνάς την ημέρα σου: ξυπνάς για καφέ, περπατάς μέχρι τη θάλασσα, τρως κάτι πρόχειρο (που αποδεικνύεται πολύ καλύτερο απ’ ό,τι περίμενες), χαζεύεις κόσμο στην Αριστοτέλους, περνάς από ένα μουσείο, κατεβαίνεις προς το λιμάνι, πίνεις ένα ποτό και βρίσκεσαι στις έντεκα το βράδυ να συζητάς γιατί «ένα τελευταίο» είναι απολύτως λογικό.
Αυτό δεν είναι απλώς λάιφστάιλ. Είναι αστική ταυτότητα. Κι αν καταφέρουμε να την κάνουμε καλύτερη χωρίς να την κάνουμε αποστειρωμένη, τότε ίσως η Θεσσαλονίκη να μη χρειάζεται να αποφασίσει αν είναι γαστρονομικός προορισμός, πολιτιστική πόλη, βαλκανικό hub ή πόλη της θάλασσας. Μπορεί να είναι όλα αυτά μαζί. Αρκεί, για πρώτη φορά, να το πιστέψει και η ίδια.