facebook sharing button
Μοδιάνο
Λουκουμάδες στη Μοδιάνο. Στο ζαχαροπλαστείο Αστικόν. Φωτ.: Κική Τσιλιγγερίδου (3/9/26).
CULTURE

Ειλικρινά: Τι θέλουμε όλοι εδώ;

Ένα αλμανάκ για την πόλη και τον κόσμο

Η Θεσσαλονίκη και οι ειδήσεις της, ο πλανήτης και οι δικές του ειδήσεις, προτάσεις ανάγνωσης, τέχνη, σινεμά, λέξεις, διήγημα... ακόμη και χρησμός!

Γεια χαρά. Αυτή εδώ είναι μια νέα εβδομαδιαία στήλη. Όπως νέο (ακόμα) είναι όλο το Thess Voice. Ήθελα να είναι γεμάτη και πλούσια, και τρόπον τινά ευχάριστη. Σίγουρα χορταστική. Ήθελα να έχει κάποια από τα πράγματα που διαβάζω εδώ κι εκεί και μου κινούν το ενδιαφέρον ή την περιέργεια, από (σχεδόν) κάθε τομέα: είτε μιλάμε για τη Θεσσαλονίκη, είτε για την Τεχνητή Νοημοσύνη, είτε για την πολιτική, είτε για το σινεμά, το βιβλίο κλπ. Ήθελα επίσης να μην είμαι μόνος εδώ. Γι’ αυτό και ζήτησα τη συνδρομή φίλων — θα τους διαβάσετε παρακάτω. Ουσιαστικά, είχα ονειρευτεί (εντάξει, η λέξη είναι υπερβολική, δεν κάνω και κάτι που θα μείνει στην ιστορία) να είμαστε ένα μικρό μαγκαζίνο — αν και, ειλικρινά, δεν ξέρω ακριβώς το νόημα της λέξης. Επίσης, ήθελα να έχει και ωροσκόπιο η στήλη. Φυσικά, δεν πιστεύω στα ωροσκόπια. Και έχει, πράγματι: στο τέλος της. Θα το δείτε.

Όμως είμαι μαγκωμένος. Γράφω στα Μέσα πολλά χρόνια τώρα (πολύ περισσότερα από άλλους, πολύ λιγότερα από τους πραγματικά παλιούς), αλλά ποτέ μου δεν έμαθα, ούτε θα μάθω, σε τι επίπεδο: καλούτσικα; όχι και τόσο καλά; με μια σχετική επάρκεια; αξίζω τα λεφτά που αμείβομαι γι’ αυτή τη δουλειά; Μά τον Θεό, ιδέα δεν έχω. Και ασφαλώς δεν είναι το θέμα μας αυτό. Όμως ήθελα να σας εκμυστηρευτώ από την αρχή πως αισθάνομαι κάπως σήμερα, σχεδόν γυμνός. Το νιώθω συχνά αυτό εδώ στην πόλη. Μια πόλη που δεν μου ανήκει, και που ποτέ δεν με έκανε να αισθανθώ οικεία στους δρόμους της. Κι ας είμαι Θεσσαλονικιός.

Αυτή ήταν μια κακή εισαγωγή, αλλά δεν έχω άλλη. Οπότε, πάμε στα θέματά μας. Σας ευχαριστώ. Όπως θερμότατα ευχαριστώ τους αγαπημένους φίλους που γράφουν εδώ: έχουμε βιβλίο (από τον καλό βιβλιοπώλη της πόλης μας Ευριπίδη Κωνσταντινίδη), παιδικό βιβλίο (από την εκπαιδευτικό, ερευνήτρια και κριτικό Ματίνα Κυριαζοπούλου), κλασικές ταινίες (από τον γιατρό Γιώργο Παππά), έργα τέχνης (από τη μεταφράστρια και επιμελήτρια Χρύσα Φραγκιαδάκη), ιστορία ελληνικών λέξεων (από τον πολύπειρο μεταφραστή Τάκη Δρεπανιώτη), και ένα μετααποκαλυπτικό αφήγημα σε συνέχειες (από τον καλό φίλο Στέλιο Ιατρού). Και, είπαμε, «ωροσκόπιο»: για την ακρίβεια, έναν Nordic χρησμό στιγμής.

Καλή σας ανάγνωση, θα τα λέμε κάθε Σάββατο πρωί στις 7 από δω. Γιατί σήμερα δεν ανεβήκαμε στις 7 π.μ.; Γιατί ξεκίνησα αυτό το σημείωμα στις 6 το πρωί, αντί να το κάνω χθες, ως όφειλα. Συγγνώμη, δεν θα ξανασυμβεί.

¤ ¤ ¤

Ένας αιώνας Έκθεση

Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ανοίγει σήμερα, αλλά αυτός ο στρογγυλός αριθμός κρύβει έναν ακόμη στρογγυλότερο: το 100. Κανονικά, αυτά τα δυο νούμερα θα συνέπιπταν, αλλά η ετήσια λειτουργία της ανεστάλη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, με αποτέλεσμα να μη διοργανωθεί από το 1941 έως το 1950. Εκείνη η πρώτη-πρώτη Έκθεση, πάντως, εγκαινιάστηκε στις 3 Οκτωβρίου του 1926, στον πεδίο ασκήσεων τού Γ΄ Σώματος Στρατού, και έπιανε 7 στρέμματα. Την επόμενη χρονιά πέρασε στο Πεδίον του Άρεως, στο σημερινό πάρκο απέναντι από την ΕΡΤ3 (που, παρεμπιπτόντως, με το Vempo θα ξανανιώσει πλέον κι αυτό). Στη σημερινή της θέση εγκαταστάθηκε το 1937, όταν πραγματοποιήθηκε εκεί η 12η διοργάνωση. Η έκθεση του 1926 είχε κάπου 600 εκθέτες και περίπου 150.000 επισκέπτες — σε μια Θεσσαλονίκη που τότε δεν είχε παραπάνω από 180.000 κατοίκους. Η πόλη είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος μόλις 13 χρόνια νωρίτερα, είχε περάσει από την πυρκαγιά του 1917 και από τη μεγάλη δημογραφική ανατροπή της ανταλλαγής των πληθυσμών, και αναζητούσε μια καινούργια οικονομική και αστική ταυτότητα. Αυτά τα πράγματα που θέλει κάθε πόλη δηλαδή. Μόνο που η δικιά μας κουβαλά και μια άλφα ιστορία, σωστά; Κι ας είναι κουτσουρεμένη και δολοφονημένη και εν πολλοίς άγνωστη στη μεγάλη πλειονότητα των Θεσσαλονικέων — ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό. Η Θεσσαλονίκη, έτσι κι αλλιώς, υπήρξε πάντα στη νεότερη ιστορία της μια πόλη φαντασμάτων: μια πόλη στοιχειωμένη. Σε κάθε περίπτωση, η Έκθεση ήταν σημαντικό μέρος αυτής της προσπάθειας: ήταν ένα παράθυρο προς τα Βαλκάνια, και δευτερευόντως προς την Ευρώπη και τον εκσυγχρονισμό. Ουσιαστικά, από ένα σημείο και μετά υπήρξε το κεντρικό της παράθυρο. Και απέβη η καρδιά της πόλης. Ή, με άλλα λόγια: ένα ξερίζωμά της θα τη σκότωνε· θα σκότωνε την πόλη. Όχι ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος — αλίμονο, και δόξα τω Θεώ, όχι. Όχι επειδή δεν υπήρξε όμως: αλλά γιατί αποσοβήθηκε. Καλή Έκθεση σε όλους, να περάσετε καλά είτε πάτε είτε δεν πάτε. Και ένα θερμό καλωσόρισμα στους Αθηναίους φίλους που μας επισκέπτονται αυτές τις μέρες.

© Αρχείο Helexpo, επιχρωματισμένο.

 

Το Αλκαζάρ χωρίς σκαλωσιές

Πέραν της Εκθέσεως, αυτό που πανηγυρικά οδηγεί την πόλη στο ωραίο φθινόπωρο είναι βέβαια η αποκατάσταση του Χαμζά Μπέη, του γνωστού στο 99% των δημοτών σαν Αλκαζάρ. Για 37 χρόνια βρισκόταν πίσω από σκαλωσιές: δύο γενιές κατοίκων και επισκεπτών δεν το είχαν δει ποτέ ολόκληρο, ή δεν το είχαν δει καν. Την εβδομάδα που μας πέρασε οι σκαλωσιές έφυγαν, και μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου το αποκατεστημένο οθωμανικό μνημείο προβλέπεται να αποδοθεί επισήμως στο κοινό. Αλλά όχι απλά σαν «μνημείο», αλλά σαν ζωντανός οργανισμός. Για τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του θα φιλοξενεί, σε συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης με το MOMus, εκθέσεις για την ιστορία της ίδιας της Θεσσαλονίκης. Το Χαμζά Μπέη χτίστηκε τον 15ο αιώνα και η μεταγενέστερη ονομασία του, «Αλκαζάρ», προήλθε από τον κινηματογράφο που λειτούργησε εκεί τον 20ό αιώνα. Η βιογραφία του συμπυκνώνει αλλεπάλληλες ταυτότητες της πόλης: οθωμανική/τούρκικη πόλη, χριστιανική (το λέμε αυτό, δεν το λέμε;), μεταπολεμική πόλη, κινηματογραφική-ψυχαγωγική-ελαφριά, και τώρα μια πόλη που επιχειρεί να ξαναβρεί κάποια χνάρια της διαδρομής της. Οι σκαλωσιές έφυγαν από εκείνο το μυστηριώδες κτίριο απέναντι από το Μπεζεστένι. Όλα καλά. Προχωράμε.

Η Μοδιάνο άνοιξε στα κρυφά — και σκίζει 

Σήμερα το μεσημέρι θα κλείσουμε τα πρώτα πέντε 24ωρα λειτουργίας της νέας Μοδιάνο. Τη Δευτέρα, λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι, η Αγορά Μοδιάνο άνοιξε ξανά. Χωρίς τελετές, χωρίς κάποια επικοινωνιακή καμπάνια, χωρίς τίποτα. Σχεδόν σαν να αποφάσισε ένα παλιό κομμάτι της Θεσσαλονίκης να ξεκλειδώσει ξαφνικά τις πόρτες του και να μας πει, Περάστε. Κι αυτή κλείνει σχεδόν έναν αιώνα ζωής: η Μοδιάνο άνοιξε επίσημα το 1930, μετά από οχτώ χρόνια εργασιών. Σήμερα επιχειρεί ακόμη μία επανεκκίνηση, υπό τη διαχείριση της Ergon. Η νέα της μορφή συνδυάζει την παραδοσιακή αγορά τροφίμων με την εστίαση, με καμιά τριανταριά προτάσεις κάτω από την ίδια στέγη. Και αρέσει. Αρέσει σε όλους. Από τη μια στιγμή στην άλλη, οι πάντες πέρασαν ή θα περάσουν μέσα στο Σαββατοκύριακο από εκεί. Γιατί οι πάντες ξέρουν πως αυτή τη φορά η Μοδιάνο ήρθε για να μείνει. Όχι σαν κάποιου είδους αξιοθέατο, αλλά σαν χώρος που θα τον επισκέπτεσαι για να κάτσεις και να ψωνίσεις. Και για να αράξεις, αν μας επιτρέπεται. Θα τα καταφέρει; Εκατό τα εκατό. Το πράγμα φαίνεται. Προς το παρόν, όμως, ένα από τα εμβληματικότερα κτίρια του κέντρου έχει ξανά κόσμο μέσα του. Και, για όσους λίγους δεν διάβασαν ακόμα το σχετικό ρεπορτάζ του Στέφανου Τσιτσόπουλου, νά το εδώ με ένα κλικ.

Από την πατριαρχία στη Βενετία

Υπάρχει κόσμος και έξω από εμάς εδώ, και μάλλον το σημαντικότερο πράγμα που συμβαίνει αυτές τις μέρες (ανάμεσα στα ωραία πράγματα του ανθρώπου) είναι το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Ξεκίνησε την Τετάρτη, και θα τελειώσει στις 12 του μηνός. Τι ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει; Το εξής: από τις 21 ταινίες που διαγωνίζονται φέτος για τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας, μόλις 2 έχουν σκηνοθετηθεί από γυναίκες. Και δεν μιλάμε εδώ για μια απλή, σκέτη, κρύα στατιστική. Αλλά για να αναρωτηθούμε πώς διάολο γίνεται και εν έτει 2026, έπειτα από τόσα χρόνια συζήτησης περί εκπροσώπησης, ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά φεστιβάλ του βλαμμένου πλανήτη δίνει αυτή τη γελοία, απάνθρωπη εικόνα. Η Μάγκι Τζίλενχαλ, πρόεδρος της φετινής κριτικής επιτροπής («Ας βάλουμε μια γυναίκα πρόεδρο, ρε σεις». «Ωραία ιδέα, προχώρα το»), το έθεσε καθαρά: υπάρχει συστημικό πρόβλημα. Οι γυναίκες δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για τις ταινίες τους. Και έθεσε ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον ερώτημα: μήπως όσα θέλουν να αφηγηθούν οι γυναίκες δεν αναγνωρίζονται με την ίδια ευκολία σαν «υψηλή τέχνη» από την καλά εγκατεστημένη και αμετακίνητη πατριαρχία; Εάν ναι, το πρόβλημα (οκέι, δεν θέλει και πολύ μυαλό) δεν έχει να κάνει με τη Βενετία: πάει πολύ πιο πίσω στην αλυσίδα. Τα φεστιβάλ επιλέγουν ανάμεσα από τις ταινίες που έχουν ήδη καταφέρει να γυριστούν. Για να φτάσει μια σκηνοθέτρια στο Λίντο πρέπει προηγουμένως κάποιος να έχει πιστέψει στο σχέδιό της και να της έχει εμπιστευτεί ένα μπάτζετ. (Φυσικά στις εταιρείες παραγωγής οι Μεγάλες Κεφαλές είναι άντρες. Φαλακροί συνήθως). Η ανισότητα γίνεται εντονότερη όσο ανεβαίνει το κόστος και το πρεστίζ μιας παραγωγής. Και, ξαναλέμε, το θέμα δεν αφορά μόνο τη Βενετία. Απλώς η Βενετία ξεκίνησε μόλις. Η ίδια συζήτηση γίνεται αυτή την εβδομάδα και στο London Film Festival: εκεί οι γυναίκες σκηνοθετούν μεν το 43% των 251 ταινιών του συνολικού προγράμματος, αλλά μόλις 2 από τις 21 υψηλού προφίλ, «gala» επιλογές. Τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. 

Η Έριν Μπρόκοβιτς πολεμάει ξανά

Για τους περισσότερους από εμάς η Έριν Μπρόκοβιτς παραμένει εκείνη η τρομερή γυναίκα που ενέπνευσε την ομώνυμη ταινία του Στίβεν Σόντερμπεργκ (ταινία τού 2000: πέρασε τόσος καιρός…) και την οσκαρική ερμηνεία της Τζούλια Ρόμπερτς. Η πραγματική Μπρόκοβιτς, όμως, δεν έζησε και πέθανε μέσα στο Χόλιγουντ. Ίσα-ίσα. Συνεχίζει την καλή δουλειά, με τον τρόπο που η ίδια θέσπισε και ξέρει καλά. Και πλέον έχει βρει έναν καινούργιο αντίπαλο γίγαντα — γιατί μια Έριν Μπρόκοβιτς δεν τα βάζει με νάνους: τα data centers της τεχνητής νοημοσύνης. Τον περασμένο Απρίλιο ζήτησε δημόσια από ανθρώπους που ανησυχούν για κάποιο AI data center κοντά στην κοινότητά τους να επικοινωνήσουν μαζί της. Περίμενε μια κάποια ανταπόκριση, όπως είναι φυσικό. Αλλά αυτό που συνέβη ήταν μια πλημμύρα από μηνύματα. Όλοι έχουμε ακουστά το πρόβλημα: η τεχνολογία που όλοι χρησιμοποιούμε για να φτιάξουμε ζωγραφίτσες και για να ρωτήσουμε τι να φάμε σήμερα και πώς να χάσουμε το σωσίβιο γύρω από τη μέση μας δεν υπάρχει κάπου στο «cloud». Τα μοντέλα ΑΙ χρειάζονται τεράστιες εγκαταστάσεις, άφθονη ηλεκτρική ενέργεια, και πελώριες ποσότητες νερού για ψύξη. Και οι κοινότητες στις οποίες κατασκευάζονται τα κέντρα δεδομένων αρχίζουν να ρωτούν ποιος πληρώνει το περιβαλλοντικό και ενεργειακό κόστος. Τουλάχιστον 15 αμερικανικές Πολιτείες εξετάζουν πλέον κάποια μορφή moratorium, ενώ πάνω από 100 τοπικές Αρχές έχουν επιβάλει περιορισμούς. Σταγόνα στον ωκεανό; Ναι, αλλά αυτή είναι μόνο η αρχή. Η Μπρόκοβιτς εστιάζει μάλιστα και σε κάτι άλλο: στη μυστικότητα με την οποία σχεδιάζονται οι εγκαταστάσεις. Η ερώτησή της είναι εξαιρετικά απλή: αν τα φοβερά και τρομερά data centers είναι τόσο καλά για τις τοπικές κοινωνίες όσο υποστηρίζουν οι εταιρείες πως είναι (μπούρδες, με μια λέξη), γιατί φτιάχνονται εν κρυπτώ και παραβύστω, και χωρίς ουσιαστική ενημέρωση των ανθρώπων που ζουν δίπλα τους; Η μεγάλη επανάσταση της ΑΙ θα έχει λίγους προφήτες, και πολλούς νεκρούς. Κι εμείς θα παρακολουθούμε τον αγώνα αυτής της γενναίας γυναίκας.

Η αόρατη γραμματοσειρά

Σαν τυπογράφος, λατρεύω τα font. Και ξέρω ένα πράγμα, κυρίως, γι’ αυτά: επί αιώνες σχεδιάζουμε γραμματοσειρές για να γίνονται τα κείμενα ευκολότερα στην ανάγνωση. Λοιπόν, τώρα αρχίσαμε να σχεδιάζουμε γραμματοσειρές ώστε ένας συγκεκριμένος αναγνώστης να ΜΗΝ μπορεί να τα διαβάσει. Ποιος; Το ΑΙ. Η Decoy Font είναι ένα πείραμα της εταιρίας Mixfont. Κάθε γράμμα στην Decoy αποτελείται από δύο οπτικά στρώματα, ένα καθαρό περίγραμμα και ένα πιο σκούρο, θολό σχήμα από κάτω. Το ανθρώπινο μάτι καταφέρνει να τα συνδυάσει χωρίς πολλά-πολλά και να αναγνωρίσει το γράμμα. Τα συστήματα computer vision όμως μπορούν να μπερδευτούν και να «διαβάσουν» διαφορετικό κείμενο. Η Mixfont, όπως πληροφορούμεθα (καθότι και παλαιοί των ημερών), είχε δοκιμάσει προηγουμένως και το Ghost Font, που βασιζόταν στην κίνηση. Το Decoy έχει περισσότερο ενδιαφέρον επειδή μεταφέρει την αντιπαράθεση ανθρώπου-ΑΙ σε κάτι τόσο παλιό και καθημερινό όσο η τυπογραφία. Δεν έχουμε ιδέα πόσο αποτελεσματική ή ανθεκτική θα αποδειχτεί αυτή η τεχνική απέναντι σε καλύτερα μοντέλα όρασης. (Βασικά, είμαστε βέβαιοι πως θα αποτύχει). Η ίδια η ιδέα όμως είναι αποκαλυπτική. Για πρώτη φορά η αναγνωσιμότητα αποκτά δύο διαφορετικές έννοιες: αναγνώσιμο από εμάς, και αναγνώσιμο από τις μηχανές. Τρελά πράγματα. Πραγματικά τρελά πράγματα.

¤ ¤ ¤

Είχαμε πολλά θέματα ακόμη, αλλά φτάνει ώς εδώ γιατί πέρασε η ώρα (σας). Πάμε στους φίλους που μας τιμούν με τις συνεργασίες τους. Ξανά, τους ευχαριστώ θερμά. Καλή σας ανάγνωση!

Τέχνη, από τη Χρύσα Φραγκιαδάκη

Η Πηνελόπη με τους μνηστήρες

National Gallery, London, Pintoricchio, Penelope with the suitors.

Το έργο του Πιντουρίκιο (Pinturicchio ή Pintoricchio, Bernardino di Betto Betti, 1454-1513) «Η Πηνελόπη με τους μνηστήρες» (περ. 1509) επιτυγχάνει κάτι εντυπωσιακό: «αφηγείται» σχεδόν ολόκληρη την Οδύσσεια σε ένα μόνο κάδρο, προσαρμοσμένο στην αισθητική της ιταλικής Αναγέννησης. Στην αποκολλημένη νωπογραφία, που φιλοτεχνήθηκε για το Παλάτσο ντελ Μαγκνίφικο της Σιένα και τώρα φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, οι περιπέτειες του Οδυσσέα λειτουργούν ως φόντο, μέσω ενός ανοιχτού παράθυρου απ’ όπου αποκαλύπτονται επικά στιγμιότυπα: το πλοίο του, η Κίρκη, οι Σειρήνες. Η έμφαση, ωστόσο, μεταφέρεται διακριτικά στην Πηνελόπη, που, απόμακρη πίσω από τον αργαλειό της, διαχειρίζεται τη δική της περιπέτεια: την καλυμμένη απόκρουση των πιεστικών μνηστήρων. Το τόξο του Οδυσσέα πάνω από το κεφάλι της και η διαφορετική ανδρική φιγούρα στην πόρτα (πιθανόν ο ίδιος) συμπυκνώνουν τη συνέχεια της πλοκής. Μια μάλλον απρόσμενη λεπτομέρεια της εικόνας: στο προσκήνιο, μια γάτα παίζει με ένα κουβάρι νήμα· ίσως μια νατουραλιστική πινελιά οικιακής ζωής, ίσως ένας ευφυής υπαινιγμός για το τέχνασμα του μυστικού ξηλώματος του υφαντού.

Λέξεις, από τον Τάκη Δρεπανιώτη

Το χρυσάφι της Τροίας, ή: Πότε μια λέξη είναι ελληνική;

ChatGPT Images / OpenAI.

Οι λέξεις δεν έχουν ληξιαρχικό πιστοποιητικό ελληνικότητας. Μια ελληνική λέξη δεν χρειάζεται να έχει ελληνική καταγωγή. Αρκεί να έχει ενσωματωθεί στη χρήση: να έχει σχετικά σταθερή μορφή και σημασία, να χρησιμοποιείται αυθόρμητα και επαναλαμβανόμενα —είτε από όλους είτε σε μια ειδική κοινότητα— και συχνά να συμμετέχει στους γραμματικούς και παραγωγικούς μηχανισμούς της γλώσσας. Το λεξικό δεν την πολιτογραφεί· έρχεται αργότερα και την καταγράφει. Η λέξη σπορ είναι λοιπόν ελληνική, μολονότι είναι δανεική και άκλιτη. Όμως, το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα που μου αρέσει να επικαλούμαι είναι ο χρυσός. Η λέξη είναι πανάρχαιο δάνειο από σημιτικές γλώσσες της Εγγύς Ανατολής, όπως τα ακκαδικά και τα φοινικικά. Είχε περάσει παρ’ όλα αυτά στα ελληνικά από τόσο νωρίς, ώστε τη συναντάμε ήδη στα μυκηναϊκά ελληνικά, σε πινακίδες της Γραμμικής Β, με τα τρία συλλαβογράμματα ku-ru-so. Στην πινακίδα PY Ta 716 της Πύλου, του 13ου αιώνα π.Χ., το ku-ru-so είναι ακόμη εκεί, χαραγμένο στον πηλό. Οι λέξεις μπορεί λοιπόν να μην έχουν ελληνική καταγωγή, ωστόσο να είναι ελληνικές από τον καιρό της Τροίας.

Μεγάλα φιλμ, από τον Γιώργο Παππά

The Wrestler / Ο Παλαιστής (Ντάρεν Αρονόφσκι, 2008)

“The Wrestler” (2008). Courtecy of Wild Bunch pictures.

Είναι 5 Σεπτεμβρίου του 2008 και η Βενετία υποδέχεται έναν ξεπεσμένο πλέον Μίκι Ρουρκ και τον νεαρό υπερφίαλο («Μα τι ήταν αυτά που έκανε στο Fountain!») σκηνοθέτη Ντάρεν Αρονόφσκι. Εδώ, για το «The Wrestler». Την αφήγηση της απελπισμένης προσπάθειας ενός ξεπεσμένου παλαιστή να αναζητήσει αξιοπρέπεια ξανά, πέρα από τα ρινγκ των καταγωγίων. Μια αγκαλιά από τη χορεύτρια της νύχτας τής θέρμης, της Marisa Tomei, ή ένα διστακτικό βλέμμα επιδοκιμασίας από την αποξενωμένη κόρη Evan Rachel Wood. Ένα δικαίωμα ύπαρξης, σαν το πικρό μουρμουρητό του Σπρίνγκστιν στο ομώνυμο τραγούδι. Τραγούδι επιμονής και επιβίωσης και η ταινία. Ακολούθησε Χρυσός Λέων. Καιη παντοτινή αγάπη μας.

Βιβλίο, από τον Ευριπίδη Κωνσταντινίδη

«Οντισιόν», της Katie Kitamura (μετάφραση Βάσια Τζανακάρη, 184 σελίδες, Εκδόσεις Διόπτρα)

Μια πανέξυπνη ιστορία γραμμένη με δύο διαφορετικές εκδοχές, που η μια ανατρέπει την άλλη για να καταλήξει ιδιοφυώς στη σκιαγράφηση των αινιγματικών χαρακτήρων:

Δύο άνθρωποι συναντιούνται για μεσημεριανό σε ένα εστιατόριο του Μανχάταν. Αυτή είναι μια καταξιωμένη ηθοποιός που κάνει πρόβες για μια επερχόμενη πρεμιέρα. Αυτός είναι ελκυστικός, προβληματικός, νέος – αρκετά νέος για να είναι γιος της. Ποιος είναι αυτός για εκείνη και ποια είναι αυτή για εκείνον; Σε αυτό το λαμπρά δομημένο μυθιστόρημα, δύο ανταγωνιστικές αφηγήσεις ξετυλίγονται, ξαναγράφοντας την αντίληψή μας για τους ρόλους που παίζουμε κάθε μέρα –σύντροφος, γονιός, δημιουργός, μούσα– και τις αλήθειες που κάθε παράσταση κρύβει, ειδικά από εκείνους που νομίζουν ότι μας γνωρίζουν πιο καλά. Σφιχτοδεμένο και καθηλωτικό, το «Οντισιόν» είναι η Katie Kitamura στα καλύτερά της.

Παιδικό Βιβλίο, από τη Ματίνα Κυριαζοπούλου

Fulvia Degl’ Innocenti (κείμενο), Ilaria Musazzi (εικονογράφηση), «Ταμπέλες» (μετάφραση Δέσποινα Δρακάκη, Ιούνιος 2026, 32 σελ. 22 x 31 εκατ., ηλικία 3+, Εκδόσεις Μάρτης)

Ένα εξαιρετικό βιβλίο ενάντια στην «αδικία της ετικέτας» που εστιάζει στην ανάγκη να βλέπουμε κάθε παιδί πέρα από τις ταμπέλες που του αποδίδονται. Η Φούλβια Ντελινοσέντι φωτίζει με απλό, κατανοητό τρόπο τις συνέπειες των κατηγοριοποιήσεων, προσκαλώντας παιδιά και ενήλικες να αναγνωρίσουν τη μοναδικότητα και την πολυπλοκότητα της κάθε προσωπικότητας. Η τρυφερή, «παιδική» εικονογράφηση της Ιλάρια Μουσάτσι συμπληρώνει ιδανικά την αφήγηση, δημιουργώντας ένα βιβλίο με ισχυρή παιδαγωγική αξία και σημαντικά μηνύματα αποδοχής που μπορεί να αξιοποιηθεί ως εργαλείο από γονείς και εκπαιδευτικούς και να δώσει έναυσμα για ουσιαστικές συζητήσεις.

THE GREAT QUIET, από τον Στέλιο Ιατρού

Imagen / Google
1. South Bank, After

The Thames completely missed the river of souls evaporate. It slapped the embankment same as ever—brown, indifferent, unswayed by grandeur or grief. Pod after gleaming pod, the Eye kept turning, lidless, ever watchful. Somewhere, a coffee machine hissed milk nobody would drink. 

I stood at the railing that first week and felt, absurdly, excused, let go early from a party I’ve never been too keen to attend. 

The city ran itself beautifully. It always had. We had been the part it tolerated. 

Rule: Post-human London spent its three days of paid bereavement leave heaving a sigh of relief.

¤ ¤ ¤

ΥΓ. Πριν φύγετε, ένας χρησμός

Η μαντεία των ρούνων βασίζεται στο αρχαίο αλφάβητο των γερμανικών και σκανδιναβικών λαών, το Elder Futhark. Κάθε ένα από τα 24 σύμβολά του αντιπροσωπεύει συμπαντικές δυνάμεις, αρχέτυπα και έννοιες της καθημερινής ζωής. Στη σκανδιναβική παράδοση, το μέλλον δεν θεωρείται προκαθορισμένο, αλλά μία ροή πιθανοτήτων (Wyrd). Αντί να προλέγουν τη μοίρα, οι ρούνοι αποκαλύπτουν τις παρούσες ενέργειες και τις πιθανές συνέπειες των πράξεών μας. Γι' αυτό: σκεφτείτε κάτι που σας απασχολεί, πατήστε το σύμβολο, αφουγκραστείτε τα κρόταλα στη μαντική κούπα, και διαβάστε το αποτέλεσμα.