40 χρόνια Μωρά στη Φωτιά και ο θρύλος της Πολυκατοικίας Τσιγαρίδα
Η Θεσσαλονίκη των τελών της δεκαετίας του ογδόντα ήταν μια Πόλη στις Φλόγες
Τα Μωρά στη Φωτιά συμπληρώνουν 40 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου και το γιορτάζουν με μια συναυλία στην Τεχνόπολη
Κοφτερό μπάσο, σκέτη λάμα. Και ουρλιαχτό, «Θέλω ένταση, την θέλω τώρα, τώρα αμέσως/ θέλω ένταση, την παίρνω τώρα, τώρα αμέσως». Κάποτε, στην οδό Ολυμπίου Διαμαντή, Άνω Λαδάδικα. Τέλη δεκαετίας του ογδόντα αλλά και τώρα, μιας και οπότε με βγάλει από εκεί ο δρόμος, βοούν στα αυτιά μου οι απόηχοι όχι μόνο του «Third Uncle» και των περισσότερων ρεφρέν από την «Πιπίλα» του Σαλβαντόρ και των Μωρών στη Φωτιά.
Μαζί τους επιστρέφουν και ένα κάρο αναμνήσεις, όπου πρωταγωνιστούν τεράστιοι αρουραίοι που καμιά γάτα δεν τολμούσε να τους πάρει στο κατόπι· παρενδυτικοί και Πεταλούδες, σώματα και επιθυμίες αμολυμένες στα στενά και τις διακλαδώσεις τους που έφταναν ως την Πολυτεχνείου για το μεροκάματο. Η τότε χλωρίδα και η πανίδα της Ολυμπίου Διαμαντή στα Λαδάδικα circa 1987: δεν υπάρχουν μπεργκεράδικα, ούτε στούντιο για πιλάτες, ορθοδοντικές κλινικές, νεομπαρμπέρικα και ντελικατέσεν, μόνο σφαλιστά κεπέγκια από τα χρωματοβαφάδικα και τα βοτανομάγαζα της Βίκτωρος Ουγκώ και της Εδέσσης.
«Στην Ολυμπίου Διαμαντή, στον τρίτο όροφο προβάρουμε», είπε το βράδυ που γνωριστήκαμε στο «Berlin». Αυτός από τη Βέροια, εγώ από την Ξάνθη, επαρχιώτες και οι δυο στη μεγάλη πόλη, τρεφόμασταν με όνειρα, καπνούς και φασαριόζικες κιθάρες.
40 χρόνια μετά από εκείνες τις μέρες, η φωτιά ακόμα καίει, τα Μωρά του προβάρουν για το επετειακό live του στην Τεχνόπολη, «κατέβα» με παροτρύνει. Εκείνος, κάτοικος Κέρκυρας, μα αιώνια φουλ της έξαψης και της ανησυχίας, ο Στέλιος Σαλβαντόρ Παπαϊωάννου παραμένει ένας αμετανόητα εθισμένος με τη μουσική και την περιπλανώμενη ζωή των δρόμων ποιητής. Εγώ αραχτός στο καφέ «Αίθριο», στο Τσινάρι, εκεί με πετυχαίνει η κλήση. «Δύσκολο», του απαντώ, «όμως, θα γράψω κάτι στην εφημερίδα. Πώς την έλεγαν, ρε, εκείνη τη φιλάνθρωπη κυρία, που σας νοίκιαζε τα στούντιο;». Απαντά Μαρία, Μαρία Τσιγαρίδα. Ναι γαμώτο, κάνω, Μαρία Τσιγαρίδα, επάγγελμα ζωγράφος, θεά, συμπονετική, νοιαχτερή, νοίκιαζε πάμφθηνα τους χώρους που μέσα τους γεννήθηκε και θέριεψε αυτό που ως και σήμερα μνημονεύεται ως η απόλυτη στιγμή του θεσσαλονικιώτικου ροκενρόλ. Γιατί εκεί, στην Ολυμπίου Διαμαντή στα Άνω Λαδάδικα, στην Πολυκατοικία Τσιγαρίδα προβαρίστηκαν τα τραγούδια της «Πιπίλας».
«Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ, ετοιμάζει να μπει στον καινούργιο χορό, είμαι πάνω, είμαι κάτω, είμαι εκεί, είμαι εδώ»: αυγοθήκες για μόνωση, τσιγαροκαμένες μοκέτες, τοίχοι που μπεκρομύριζαν κόκκινες Άμστελ, και στην οροφογραφία του «Οίκου», εκτός από τα Μωρά, προβάρουν οι Τρύπες και οι Γκούλαγκ. Οι Yoghurt, Stained Veil, Fear Condition και πόσοι άλλοι.
Περνώ τακτικά, ως και μυθιστόρημα αλά Γκαρθ Ρικ Χάλσμπεργκ και «Πόλη στις Φλόγες» σηκώνει η φάση που παίχθηκε τότε εκεί στην Πολυκατοικία Τσιγαρίδα. Τώρα περιβάλλεται από airbnbάδικα και καμιά σχέση δεν έχει η αστική κουλτούρα της με τους αρουραίους, τις προστυχάντζες και τα άγρια του κάποτε. «Πόλη στις Φλόγες» γιατί ο Χάλσμπεργκ μιλά για εκείνη τη βρόμικη Νέα Υόρκη στα τέλη του ’70, τότε που στο CBGB γεννιέται το πανκ, στο Μπρονξ τα αδέλφια λιώνουν τα βινύλια παράγοντας χιπ χοπ, ενώ στο Studio 54 παρδαλίζει μέσα στα στρας η ντίσκο. Μια πόλη, τρεις μουσικές, έρωτες, κίνδυνοι, σχέσεις, διαλυμένες οικογένειες, τέτοια τρέχουν στην «Πόλη στις Φλόγες». Αν τυχόν στρωθώ και αξιωθώ να γράψω κάτι αντίστοιχο για τη Θεσσαλονίκη των τελών της δεκαετίας του ογδόντα, εκτός από Χάλσμπεργκ θα δηλώσω και ολίγη από Μουρακάμι, «Η Πόλη και τα Αβέβαια Τείχη της». Όπως ο Στέλιος Σαλβαντόρ είχε δηλώσει πως έμπνευση για τα Μωρά στη Φωτιά ήταν ο Brian Eno.
«Και έτσι, κάθε φορά που περνούσε από την Πολυκατοικία Τσιγαρίδα, παρακολουθούσε άφωνος τη σκιά του να αυτονομείται από τον κορμό του και να ανεβαίνει τα σκαλιά και να τους ξαναβρίσκει όλους εκεί, να παιανίζουν το υπαρξιακό σάουντρακ της είκοσι και κάτι κοκορόμυαλης νιότης τους. Τραγούδια και λόγια ερήμην κάθε λογικής ή βιρτουοζιτέ, ιδέες υπαγορευμένες από τις ορμόνες μιας νιότης και μιας τρέλας, που οι ρευστοδυναμικές της, το ενεργειακό της κέντρο, η Ρεμπώ ποιητικότητα και ο ακραίος ρεαλισμός της, δόμησαν την “Πιπίλα”, ένα μανιφέστο που ακόμα παραμένει σφριγηλό και ενθουσιώδες. Μια συλλογικότητα δομημένη στις αισθητικές αξίες της αδελφοσύνης και της αλληλεγγύης άνθισε εντός αυτού του αλητορομαντικοκοπροσκυλάδικου». Τέλος κεφαλαίου.
«Έλα βγες και φώναξε τι είσαι, ποιος είσαι, γιατί είσαι, τι ζητάς», κοφτερό μπάσο, σκέτη λάμα. Και ουρλιαχτό, Στέλιος Σαλβαντόρ και Μωρά στη Φωτιά, και εγώ και ο ίσκιος μου. Και ένα μελλοντικό μυθιστόρημα που σε κάθε του σελίδα θα αντηχεί το «Third Uncle», «Θέλω ένταση, την θέλω τώρα, τώρα αμέσως/ θέλω ένταση, την παίρνω τώρα, τώρα αμέσως». Το σφυρίζω κάθε φορά που με βγάζει ο δρόμος στα Άνω Λαδάδικα, rock and roll will never die, «Πιπίλα», Πολυκατοικία Τσιγαρίδα και 40 χρόνια Μωρά στη Φωτιά.
40 Χρόνια Μωρά στη Φωτιά, Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων