Ο Μισέλ Μπυτόρ, πρίγκιπας του Nouveau Roman, στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’50
Η Μεταπολεμική Θεσσαλονίκη μέσα από το βλέμμα του Γάλλου διανοούμενου
Μισέλ Μπυτόρ: Ο Γάλλος διανοούμενος που αγάπησε τη Θεσσαλονίκη και η συγγένεια με τους λογοτέχνες της
Ίσως ο Σιδηροδρομικός σταθμός στην Ξηροκρήνη του έφερνε στοn νου τα παιδικά χρόνια του: ο Μισέλ Μπυτόρ γεννήθηκε το 1926 στη Λιλ και ο πατέρας του ήταν σιδηροδρομικός. Μπορεί η πλατεία Αριστοτέλους να τον γυρνούσε νοερά στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου: ο Μπυτόρ πέρασε και από εκεί ένα φεγγάρι για να διδάξει φιλοσοφία, λογοτεχνία και γαλλική γλώσσα. Οι αέρηδες, πριν το γυρίσουν σε Βαρδάρη, τον φύσηξαν και στο Μάντσεστερ. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Μισέλ Μπυτόρ κατέφθασε στα μέρη μας, πιθανόν στο μουντό κλίμα και την υγρασία μας να διέγνωσε κοινές «εργοστασιακές» ρυθμίσεις της πόλης μας με τις περασμένες ζωές του.
«Η Θεσσαλονίκη μου προκαλεί τις σημαντικές αλλαγές που αφήνει ένα λικέρ με βαβυλωνιακή επίγευση» δηλώνει μαγεμένος, αυτός που διέμεινε στα μέρη μας από το 1954 ως το 1956 σε διπλό ρόλο: καθηγητής Φιλοσοφίας στο Λυσέ και Λέκτορας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΑΠΘ.
Με το έντονα θεατό σκηνικό της (Αψίδα του Γαλέριου, Ροτόντα, Εγνατία Οδός, Οθωμανικά κατάλοιπα και εβραϊκές μνήμες), η Θεσσαλονίκη δείχνει να λειτουργεί εντός του σαν υπερπροσομοίωση αλλοτινών στιγμών. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει στον βορρά της δεκαετίας του ’50 και κάτι πλειστάκις μελαγχολικό: «Είναι το ύστατο κύμα του Βυζαντίου που έρχεται να σβήσει στα πόδια μας κάτω από την πλημμυρίδα μιας αναπόφευκτης και ανεξέλεγκτης δυτικοποίησης», παρατηρεί για τη Θεσσαλονίκη, καθώς το Βυζάντιο «πολυκατοικιοκοποιείται» και η μεταπολεμική ρυμοτομία και ανοικοδόμηση το εξαφανίζουν τμηματικά.
Εκείνον τον καιρό στα μέρη μας, ο Μπυτόρ γράφει τη «Χρήση του Χρόνου». Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια επινοημένη πόλη, το Bleston, που μουντό και λαβυρινθώδες μοιάζει με ένα πολεοδομικό παζλ, διττά συντεθειμένο με ολίγη από Θεσσαλονίκη και ολίγη από Μάντσεστερ. Ο ήρωας της «Χρήσης του Χρόνου», ένας Ζακ Ρεβέλ, περιπλανιέται σε έναν τόπο εξορίας. «Είναι αδύνατον να βρεθείς εκεί ολοκληρωτικά, αφού όταν βρίσκεσαι στην πόλη αυτή, μονίμως είναι σαν να βρίσκεσαι αλλού. Η κυρίως πόλη εμφανίζεται ως κέντρο ενός δακτυλίου από αντιφωνήσεις άλλων πόλεων, σύγχρονων ή αρχαίων», δηλώνει ο συγγραφέας το 1974 στο Magazine Litteraire.
Η «Τροποποίση», όμως, («La Modification»), το επόμενο βιβλίο του, είναι το βιβλίο που θα τον εκτοξεύσει στο πάνθεο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, χρίζοντάς τον ως έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους του Nouveau Roman. Ασχέτως εάν το νέο του μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Παρίσι και τη Ρώμη, και πάλι η Θεσσαλονίκη είναι παρούσα. Διακρίνεται η αύρα της πίσω από τις γραμμές. Για την ιστορία: Γνωστή και ως Αντιμυθιστόρημα, η νέα φόρμα κατάργησε την πλοκή, την ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων και τη γραμμική εξέλιξη των γεγονότων, δίνοντας έμφαση στα αντικείμενα, τους δρόμους και την ακατάσχετη ροή σκέψεων που καταγράφονται χωρίς ειρμό στη δομή του κειμένου.
Μπίνγκο! Ξαναδιαβάζοντας και ανατρέχοντας στην «Τροποποίηση», νιώθω πως ο Μπυτόρ συνομιλεί (;), τιμά (;), συνδιαλέγεται (;) με το μανιφέστο της Σχολής Εσωτερικού Μονολόγου μας. Με τον Ξεφλούδα, τον Δέλιο, τον Πεντζίκη και την παρέα του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», με τους Θεσσαλονικιούς που καλλιέργησαν στα βιβλία τους μια εξίσου «επαναστατική» διάθεση με αυτή της Nouveau Roman, σπάζοντας τη γραμμική διήγηση των γεγονότων και καταργώντας επίσης τον παραδοσιακό αφηγητή.
Στην «Τροποποίηση» του Μπυτόρ πρωταγωνιστεί ένας Λεόν Ντελμόν. Ανεβαίνει στο τρένο με προορισμό τη Ρώμη τραβώντας να βρει την ερωμένη του Σεσίλ, που ζει μόνιμα εκεί, έχοντας κατά νου να διαλύσει τον γάμο του και να προτείνει στη Σεσίλ να ζήσουν μαζί. Το ταξίδι Παρίσι - προηγούμενη ζωή- Ρώμη, νέο πάθος και υπόσχεση αθανασίας, διαρκεί έντεκα ώρες. Αριθμός παρόμοιος με τα κεφάλαια του βιβλίου και τη γραφή του Μπυτόρ, που μετατρέπει τον χρόνο σε βίωμα και τις δυο πόλεις σε λογοτεχνικά υπόβαθρα. Επάνω τους διακλαδώνονται, σαν μπλεγμένες σιδηροδρομικές γραμμές, ακατάσχετες ροές σκέψεων και επιθυμιών.
Ενθουσιάζομαι με τη σκέψη μιας ακόμα σύνδεσης του Μπυτόρ με τη Θεσσαλονίκη που τόσο αγάπησε, παρότι δεν υπάρχουν μαρτυρίες πως έκανε παρέα ή είχε συναναστροφές με τους δικούς μας «Εσωτερικομονολογάριους». Όμως οι γραφές τους τέμνονται συγγενικά. Ή έτσι μου μοιάζουν, τι τα θες, μια αυθαιρεσία από προσωπικές ερμηνείες είναι όλα στην τέχνη και τρέχα και γύρευε.
Φεύγοντας από τα μέρη μας το ’57, ο Μισέλ Μπυτόρ ξεκίνησε ακαδημαϊκή καριέρα ως καθηγητής λογοτεχνίας στην Αμερική, μετακόμισε στη Γαλλία (Νίκαια) και τέλος εγκαταστάθηκε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Το 2013 πήρε το Μεγάλο Βιβλίο της Γαλλικής Ακαδημίας για το σύνολο του έργου του. Πέθανε σε ηλικία 89 ετών, πλήρης ημερών, εμπειριών και πειραμάτων, αφού εκτός από τη λογοτεχνία έγραψε δοκίμια, ποίηση, όπως και κείμενα σχετικά με την ιστορία της τέχνης, συνεργαζόμενος τακτικά με ζωγράφους, μουσικούς και φωτογράφους. Δημιούργησε σχεδόν 1500 τίτλους το ακάματο αγόρι, που στις αρχές του 1990, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Θεσσαλονίκη 1990» (Εκδόσεις Άγρα και πόσο κρίμα που είναι εξαντλημένο!).
Εξαιτίας αυτής της έκδοσης, ο Μισέλ (our belle) επέστρεψε στην πόλη. Ο πολυσχιδής αρχιτέκτονας και φωτογράφος Άρις Γεωργίου ήταν από τους προνομιούχους που δείπνησαν μαζί του στο εστιατόριο «Όλυμπος Νάουσα». Σούπα κρέμα φανταζί, αγγινάρες σος μουσολίν, βακαλάος με φρέσκια σος Ολλαντέζ, κεφτεδάκια εζεψιέν, Πλατάρια πουλιών με Ουγγαρέζα; Ο Άρις Γεωργίου δεν θυμάται το μενού, μα, και ας πέρασαν τόσα χρόνια, μπορεί να διακρίνει τη συγκίνηση στα μάτια του Γάλλου, το δέος στα μάτια του, όταν ο πρίγκιπας της Nouveau Roman ποζάρει στον φακό, μπροστά στην πόρτα του διάσημου εστιατορίου. Το μάτι του διαπερνά τη μηχανή και δραπετεύει στη Λεωφόρο Νίκης, στη θάλασσα και τον Όλυμπο: «Καθημερινά περπατώντας στην προκυμαία, δίπλα στα ρηχά και σπανίως ταραγμένα νερά, αφουγκράζομαι από την απέραντη ακτή του νερού την αέναη μελωδία του Ολύμπου», παρατηρούσε στις ημερολογιακές του σημειώσεις το 1956. Από τότε έως τη στιγμή που τον κλικάρει ο Άρις Γεωργίου, μπορεί να έχουν κυλήσει καμιά σαρανταριά χρόνια. Όμως, όπως θα έλεγε και η Βιρτζίνια Γουλφ, επίσης δεινή «Εσωτερικομονολογίστρα» και επιρροή όλων των παραπάνω παρατιθέμενων Θεσσαλονικογάλλων, «υπάρχουν στιγμές που η ζωή σταματά εντελώς και η ζωή στέκεται ακίνητη».
Ο Μπυτόρ επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και το 2001, για να αναγορευθεί Επίτιμος Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας).