facebook sharing button
Δημήτρης Δραγώγιας, Χαμηλά σπίτια, μικρές αυλές: Η οικογένεια Μορδοχάι στη Θεσσαλονίκη της μεγάλης φωτιάς του ’17
Δημήτρης Δραγώγιας, Χαμηλά σπίτια, μικρές αυλές: Η οικογένεια Μορδοχάι στη Θεσσαλονίκη της μεγάλης φωτιάς του ’17
CULTURE

Δημήτρης Δραγώγιας, Χαμηλά σπίτια, μικρές αυλές: Η οικογένεια Μορδοχάι στη Θεσσαλονίκη της μεγάλης φωτιάς του ’17

Ένα λυρικό και την ίδια στιγμή ένα σκληρά ρεαλιστικό ιστορικό μυθιστόρημα για τη Θεσσαλονίκη που την κατάπιαν οι φλόγες

Παρουσίαση του βιβλίου «Χαμηλά σπίτια, μικρές αυλές» του Δημήτρη Δραγώγια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη

Εποχές μπαρούτι, πόλη σε μετάβαση, Θεσσαλονίκη, 1912: η σημαία αλλάζει, περήφανα κυματίζει το μπλε, οι Οθωμανοί αναχωρούν. Όμως, επειδή άλλαξαν τα χρώματα, δεν σημαίνει πως άλλαξε αμέσως και η ψυχή της. Η πόλη παραμένει πολιγκλότ και πολύθρησκη, αφού η Θεσσαλονίκη υπήρξε πάντα μια πόλη που δεν χωρούσε εύκολα σε ένα συγκεκριμένο κάδρο. Πριν γίνει σύνθημα, καρτ ποστάλ και αντικείμενο νοσταλγίας (ειδικά τώρα, στον καιρό που η τεχνητή νοημοσύνη δίνει χρώμα και ζωντανεύει με κίνηση τις φωτογραφίες από εκείνες τις εποχές, προξενώντας ανέξοδα και ανιστόρητα επιφωνήματα τύπου «ω, η πόλη μας κοίτα πόσο όμορφη ήταν τότε»), η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα μια πόλη με υγρασία, κάρβουνο και φτώχεια. Φτώχεια χωρίς συγκεκριμένο θρησκευτικό πρόσημο, σε συναγωγές, τζαμιά και εκκλησίες ορθόδοξες. Και λαό, πολύ λαό στις αγορές και τα τραμ, στρατιώτες, χαμάληδες, ράφτρες, εμπόρους, παιδιά που μάθαιναν να προφέρουν σωστά το όνομά τους και γυναίκες που ήξεραν ότι η επιβίωση αρχίζει από το ψωμί και τελειώνει (αν ήσουν τυχερός, όπως λέει ο συγγραφέας) με την αξιοπρέπειά σου όσο κατά το δυνατόν αλώβητη, από τα παρακάλια για τον επιούσιο.

Σε εκείνη τη Θεσσαλονίκη την πολύγλωσση, την πολυθρησκευτική και την πολυκύμαντη περιπλανιούνται οι ήρωες του μυθιστορήματος «Χαμηλά σπίτια, μικρές αυλές» του Δημήτρη Δραγώγια. 789 σελίδες, πράμα που σαλεύει. Το θέμα ξεκαθαρίζεται από τον συγγραφέα ξάστερα και από την αρχή: «Η ιστορία γεννήθηκε από αφηγήσεις που κουβαλούν τον απόηχο μιας αληθινής εβραϊκής οικογένειας της Θεσσαλονίκης και των απογόνων της. Όμως οι σελίδες που ακολουθούν ανήκουν στη μυθοπλασία. Τα πρόσωπα, τα ονόματα, οι διάλογοι και οι δραματουργικές διαδρομές έχουν πλαστεί λογοτεχνικά με σεβασμό στη μνήμη και την εποχή που τα ενέπνευσε».

Ας γνωρίσουμε τους Μορδοχάι, επομένως, την οικογένεια που προσπαθεί να επιβιώσει στη Θεσσαλονίκη όπου τα Λαντίνο μπερδεύονται με τα Τουρκικά, τα Ελληνικά, τις φωνές των μανάδων, τους ήχους του λιμανιού και τις σφραγίδες των γραφειοκρατών και των λογιστών στα γραφεία, από την απελευθέρωση του ’12 και μετά. Το μικράκι των Μορδοχάι, ο Δαβίδ, είναι ο πρώτος που θα μάθει στο σχολείο ότι οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Ότι μια λίστα μπορεί να σε σώσει ή να σε εξαφανίσει, μια παρεξήγηση μπορεί να γίνει νόμος και ένα λάθος γραμμένο όνομα μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Η μητέρα του, η Ραχήλ, με το ψαλίδι και τη βελόνα ράβει εκτός από τα φορέματα και την αξιοπρέπεια του σπιτιού τους, καθώς παλεύει καθημερινά εκτός από το μεροκάματο να κρατήσει τα ίσια του οίκου της, κόντρα στα μύρια διάφορα δεινά που τον περικυκλώνουν.

Πρώτος μπελάς, ένας παμπόνηρος Σαούλ Αλκαμπές, που ουαί και αλίμονο αν πέσεις στην ανάγκη του. Ο πάτερ φαμίλιας των Μορδοχάι, ο Ισαάκ, είναι ένας βαστάζος μεροκαματιάρης, χαμάλης που κουβαλά στο λιμάνι βάρη που δεν πληρώνονται ποτέ αρκετά από το κασέπι (=ταμείο). Το δεύτερο παιδί των Μορδοχάι, η Εσθήρ, περνά το κατώφλι του νοσοκομείου Χιρς, ασκούμενη νοσοκόμα, για να μάθει πως η φροντίδα του σώματος από μόνη της δεν αρκεί, όταν κινδυνεύει η μνήμη. Η νοσηλευόμενη Ρεγγίνα Μπενβενίστε αποτελεί τρανή απόδειξη των παραπάνω.

Δίπλα στους Μορδιχάι, την οικογένεια που είναι η ψίχα του βιβλίου, ο Δραγώγιας βάζει την Τουρκάλα Αϊσέ, τον γιο της Κεμάλ, την παραδιπλανή γειτόνισσα Ελένη, τον γραμματέα του Χιρς, έναν Κυριάκο, όπως και την κυρία Καρρά, προϊσταμένη του νοσηλευτικού τμήματος. Και επτά χρόνια μετά την απελευθέρωση, όταν η Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 καταπίνει την πόλη, τότε δεν καίγονται μόνο σπίτια, αυλές και αρχεία. Οι στάχτες καταπίνουν τις παλιές βεβαιότητες, αποκαλύπτοντας κάτι πιο σκοτεινό, ύπουλο και τρομερό από τη φωτιά: υπήρχαν σ’ αυτή την πόλη του τότε αυτοί που την προκάλεσαν, υπάρχουν όμως και κάποιοι που καιρό την περίμεναν, για να κληρονομήσουν ό,τι θα απέμενε αφού η φωτιά την κατέτρωγε ως το μεδούλι (λέγε με, Σαούλ Αλκαμπές, δεν θα επαναληφθεί, αυτό είναι το πρώτο και τελευταίο σπόιλερ που κάνω).

Δημήτρης Δραγώγιας

Ο Δραγώγιας παρέδωσε ένα επικό, λυρικό και την ίδια στιγμή ένα σκληρά ρεαλιστικό ιστορικό μυθιστόρημα για τη Θεσσαλονίκη που την κατάπιαν οι φλόγες. Και για εκείνους, φυσικά, που κόντρα στη μοίρα και ενάντια σε κάθε προγνωστικό ξεκληρίσματος, βρήκαν το κουράγιο να αντιπαλέψουν τις στάχτες και τη μακάβρια λήθη. Στα «Μικρά σπίτια, χαμηλές αυλές», οι Μορδοχάι παλεύουν να μην τους σβήσει η στάχτη. Γιατί όταν καίγεται μια πόλη, γράφει ο Δραγώγιας, «το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο το τι θα απομείνει, αλλά και το ποιος θα γράψει το μετά. Αυτό είναι το βαθύ ερώτημα του βιβλίου». Και σημειώνει παρακάτω: «Η Ιστορία αγαπά τους χάρτες, τις χρονολογίες, τις συνθήκες, τις διοικήσεις και τις μεγάλες πυρκαγιές, η μνήμη όμως αγαπά άλλα πράγματα. Ένα ψαλίδι που κόβει, ένα κλειδί που δεν ανοίγει πια πόρτα, ένα τετράδιο που σώθηκε από τον καπνό, ένα όνομα που γράφτηκε σωστά την τελευταία στιγμή. Και μια μικρή αυλή, που ακόμη κι όταν κάηκε, αρνήθηκε να εξαφανιστεί». Συστήνεται ένθερμα, διαβάζεται μονορούφι. Υπό την αιγίδα των εκδόσεων Μπαρμπουνάκης η καλαίσθητη τυπογραφικά έκδοση.