facebook sharing button
Ορέστης Πάγκαλος: Όσα μένουν όταν οι τοίχοι σβήνουν
Ορέστης Πάγκαλος, γραφίτι εμνευσμένο από την ταινία «Μίσος», 1996
CULTURE

Ορέστης Πάγκαλος: Όσα μένουν όταν οι τοίχοι σβήνουν

Μια συζήτηση για το graffiti αλλά κυρίως για τη μνήμη μια πόλης που δεν καταγράφεται πάντα στα επίσημα αρχεία της

Συνέντευξη με τον Ορέστη Πάγκαλο για την έκθεση «Ορέστης Πάγκαλος. Έργα γκράφιτι αρχείο», στο Momus - Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, στην Αποθήκη Β1, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Πριν το graffiti γίνει εικόνα στα social media, πριν περάσει τις πόρτες των μουσείων και πριν η φωτογραφία του γίνει σχεδόν αυτονόητο κομμάτι της ζωής του, ήταν μια πράξη στον δρόμο. Ένα ίχνος που μπορούσε να εμφανιστεί και την επόμενη μέρα να έχει ήδη χαθεί. Ένας τοίχος, μια παρέα, μια πόλη σε συνεχή μεταμόρφωση.

Για τον Ορέστη Πάγκαλο όμως, αυτή η εφήμερη τέχνη δεν υπήρξε ποτέ μόνο μια στιγμή. Από το 1993 όταν ξεκίνησε να ασχολείται ενεργά με την τέχνη του δρόμου, το graffiti συνοδεύτηκε από φωτογραφίες, αντικείμενα, αποκόμματα, εκδόσεις και κάθε είδους τεκμήρια που σταδιακά συγκρότησαν ένα προσωπικό αρχείο. Ένα αρχείο που χωρίς να το γνωρίζει από την αρχή κατέγραφε μαζί με τα έργα και μια Θεσσαλονίκη που άλλαζε. Ο Πάγκαλος έχει πραγματοποιήσει εκατοντάδες τοιχογραφίες και δεκάδες δημόσιες εγκαταστάσεις, ενώ από το 2016 είναι συνεπιμελητής της σειράς βιβλίων «Η Ιστορία του graffiti στην Ελλάδα». Σήμερα αυτό το υλικό μεταφέρεται στο μουσείο και παρουσιάζεται στην έκθεση «Ορέστης Πάγκαλος. Έργα γκράφιτι αρχείο» στο Momus Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, στην Αποθήκη Β1 της Προβλήτας Α, στο λιμάνι Θεσσαλονίκης από τις 27 Αυγούστου ως τις 4 Οκτωβρίου 2026. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη 27 Αυγούστου στις 20.00.

Η έκθεση δεν επιχειρεί μια γραμμική ιστορία του graffiti ούτε μια συμβατική αναδρομή. Ο ίδιος ο Πάγκαλος προτείνει μια μη γραμμική ανάγνωση της υποκουλτούρας της Θεσσαλονίκης, μιας υποκουλτούρας που ζει σε κάθε πτυχή της πόλης και των περιχώρων της. Έργα, τεκμήρια, φωτογραφίες, εκδόσεις, συλλογές αλλά και θραύσματα του αστικού και φυσικού τοπίου λειτουργούν εδώ ως ισότιμες εκδοχές μνήμης. Και εκεί ίσως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον παράδοξο της έκθεσης. Τα έργα που γεννήθηκαν για τον δρόμο στον δημόσιο χώρο επιστρέφουν τώρα στον χώρο του μουσείου. Κάποια μάλιστα έχουν κυριολεκτικά αποκολληθεί από πεζοδρόμια, παγκάκια, τοίχους και σκαλοπάτια για να διασωθούν. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αναπόφευκτο. Πώς μπορεί ένα μουσείο να εκθέσει μια τέχνη που γεννήθηκε έξω από αυτό. Και τελικά τι απομένει όταν από ένα graffiti, όταν ο τοίχος πάνω στον οποίο δημιουργήθηκε έχει πια σβηστεί γκρεμιστεί ή καλυφθεί.

Ο αρχιτέκτονας, εικαστικός διδάκτωρ θεωρίας της τέχνης και πανεπιστημιακός Ορέστης Πάγκαλος μιλά για το graffiti ως εφήμερη πράξη, για τη στιγμή που ένα καθημερινό ίχνος μετατρέπεται σε συλλογική μνήμη, για τη σχέση του δρόμου με το μουσείο και τελικά για τη Θεσσαλονίκη που συνεχίζει να δημιουργεί κάτω από την επιφάνεια. Για όσα σβήστηκαν, διασώθηκαν και όσα εξακολουθούν να συμβαίνουν στους δρόμους μιας πόλης που, όπως λέει ο ίδιος, παραμένει σαν μια γεννήτρια σε λειτουργία. Μια συζήτηση για το graffiti αλλά κυρίως για τη μνήμη μια πόλης που δεν καταγράφεται πάντα στα επίσημα αρχεία της.

Ορέστης Πάγκαλος, 2018

Η έκθεση «Έργα, γκραφίτι, αρχείο» μοιάζει να μιλά όχι μόνο για το graffiti αλλά και για τη μνήμη μιας πόλης. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι, παράλληλα με τα έργα σας, δημιουργούσατε και ένα αρχείο της Θεσσαλονίκης;
Η πρακτική του γκραφίτι περιλαμβάνει εξαρχής τη φωτογραφική καταγραφή των έργων. Παράλληλα, συλλέγαμε οτιδήποτε μπορούσε να σχετίζεται με αυτό και αλληλογραφούσαμε τακτικά με ανθρώπους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ανταλλάσσοντας υλικό. Μαζί με ό,τι άλλο μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συλλογής –αποκόμματα εφημερίδων, αντικείμενα και άλλα ενθύμια, ακόμη και πέρα από το γκραφίτι– άρχισε να δημιουργείται ένα προσωπικό αρχείο, που φυσικά αφορούσε και τη Θεσσαλονίκη. Επιπλέον, αισθανόμουν ότι οι παρέες μας και όσα συνέβαιναν τότε είχαν σημασία τόσο για την ίδια την «ιστορική στιγμή» (κατά τη δεκαετία του ’90) όσο και για όσα θα δημιουργούσαν και θα κληροδοτούσαν στη συνέχεια. Το γεγονός ότι από νωρίς αξιοποιούσα μέρος αυτού του υλικού σε εγχειρήματα και εκδόσεις έδειχνε ότι το αρχείο ήταν «χρηστικό». Παράλληλα, διαπίστωνα –και με σκληρό τρόπο– την υλική του υπόσταση, μέσα από τις ανάγκες διατήρησης και αποθήκευσης. Τελικά, εδώ και αρκετά χρόνια, έχω αναγκαστεί να είμαι πολύ επιλεκτικός ως προς το τι κρατώ.

Ένα graffiti γεννιέται γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή θα σβηστεί ή θα εξαφανιστεί. Είναι τελικά αυτή η εφήμερη φύση του που του δίνει τη μεγαλύτερη δύναμη;
Πράγματι, η εφήμερη φύση του είναι ένα από τα στοιχεία που του προσδίδουν δυναμική, καθώς συνδέεται με μια σειρά από άλλα χαρακτηριστικά. Κάθε φορά που βλέπεις ένα έργο, είναι διαφορετικό, ανάλογα με το φως της ημέρας, τις καιρικές συνθήκες, τους ήχους και τις μυρωδιές της πόλης ή τους ανθρώπους που περνούν μπροστά του. Είναι οργανικό, καθώς βρίσκεται σε διαρκή φθορά, ενώ συνεχώς προστίθενται δίπλα ή πάνω του και άλλα στοιχεία από τους πολίτες. Είναι εφήμερο επειδή είναι εκτεθειμένο και παραμένει απροστάτευτο –ή ακόμη και πρέπει να σβηστεί– λόγω της συνθήκης μέσα στην οποία δημιουργήθηκε: συμβαίνει στον χώρο χωρίς εξουσιοδότηση, και αυτό το διαφοροποιεί από τις περισσότερες άλλες εικαστικές πρακτικές.

Στην έκθεση παρουσιάζετε φωτογραφίες, αντικείμενα, εκδόσεις και τεκμήρια ως ισότιμα με τα έργα τέχνης. Τι είναι αυτό που μετατρέπει ένα καθημερινό ίχνος της πόλης σε κομμάτι της συλλογικής μνήμης;
Ανεξάρτητα από τις –συχνά υποκειμενικές– ποιότητές του, ένα graffiti αποτελεί καταρχήν κομμάτι μνήμης διαφορετικών συλλογικών υποκειμένων. Επιβιώνει προφορικά ή με φωτογραφίες, και ίσως, έπειτα, διασώζεται στη συνέχεια με περαιτέρω δημοσιοποιήσεις. Τελικά, μουσειολογικές προσεγγίσεις μπορούν να το καταστήσουν μέρος μιας ευρύτερης συλλογικής μνήμης. Στα βιβλία μας «Η ιστορία του graffiti στην Ελλάδα», με τον Χαρίτωνα Τσαμαντάκη, γνωρίζαμε και συνεχώς επιβεβαιωνόταν μέσα από συναισθηματικές εξιστορήσεις, ότι κάποιοι ζωγραφιστοί τοίχοι είχαν χαρακτηριστικά τοπόσημου. Οι φωτογραφήσεις απαθανάτιζαν τα έργα και τους τόπους τους, και έπειτα οι εκδόσεις «διέσωζαν» τις ιστορίες και τις μνήμες. Σε ένα άλλο παράδειγμα, στη γειτονιά μου, μεγάλωσα βλέποντας το σήμα του κινηματογράφου «Ναυαρίνον». Όταν η περιοχή έγινε στέκι, ο άξονας της Δημητρίου Γούναρη επικράτησε να ονομάζεται «Ναυαρίνου». Εκτιμώ ότι αυτό συνέβη λόγω του σήματος, που λειτουργούσε σαν ένας υπέρτιτλος της κατάστασης. Όταν το είδα να αποκαθηλώνεται φρόντισα να το φυλάξω, καθώς θεώρησα ότι αποτελούσε ήδη ένα μουσειακό αντικείμενο. Αυτό όμως, μάλλον, επικυρώνεται επίσημα μόνο μέσα από την έκθεσή του στο Μουσείο.

Ορέστης Πάγκαλος, Ναυαρίνο, 2002

Το graffiti ξεκίνησε ως μια πράξη στον δημόσιο χώρο, έξω από θεσμούς. Τι αλλάζει όταν μεταφέρεται μέσα σε ένα μουσείο; Μπορεί να διατηρήσει τον ίδιο χαρακτήρα ή αποκτά μια νέα ταυτότητα;
Πράγματι, όταν μία ζωγραφική στη φόρμα του graffiti εμφανίζεται σε εκθεσιακό χώρο, δεν είναι παρά η εικόνα αποσπασμένη από το πλαίσιό της: από τη συνθήκη του δρόμου και από την ίδια την πράξη του graffiti. Έτσι, παραμένει απλά μία αναφορά σε αυτό· σχετίζεται με το graffiti, έχει θέμα το graffiti, όμως δεν είναι. Άλλες εκθέσεις παρουσίαζαν πίνακες, άλλες αφορούσαν την ιστορία του (συνήθως σε Μουσεία). Αυτό που με προβλημάτιζε πάντα ήταν το πόσο ανταποκρίνονταν σε αυτό που πραγματικά είναι, ενώ πολύ δύσκολη, παρέμενε πάντοτε η απόδοση του βάθος της πράξης του και της κουλτούρας γύρω από αυτό. Από την άλλη, οι εκθέσεις στα Μουσεία «επικύρωναν» σε ένα ευρύτερο κοινό την εικαστική αξία και την ιστορική σημασία του graffiti λειτουργώντας, ως όφειλαν, και εκπαιδευτικά. Σε κάθε περίπτωση, οι εκθέσεις προσδίδουν νέα ταυτοτικά χαρακτηριστικά, ενώ ο πραγματικός χαρακτήρας κατά κανόνα παραμένει σε ό,τι συμβαίνει στον δρόμο.

Ξεκινήσατε το 1993. Αν περπατούσατε σήμερα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης μαζί με τον εικοσάχρονο εαυτό σας, τι θα του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση; Η πόλη ή ο τρόπος που την παρατηρούμε σήμερα;
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Φαντάζομαι μόνο ότι, όπως και τότε, θα έβλεπα κάποια πράγματα που θα με γοήτευαν, και άλλα που –σίγουρα– θα με θύμωναν. Πιθανά, θα προσπαθούσα να καταγράψω κάποια που θα θεωρούσα σημαντικά, σε μία πόλη που αλλάζει και μία νέα εποχή που έρχεται. Ανακαλώ ότι όπως και τώρα, στη δεκαετία του ‘90 αισθανόμουν ότι ζούσαμε μία περίοδο επιτάχυνσης και αλλαγών για τις πόλεις, τις κοινωνίες τους και τους ανθρώπους τους. Υποθετικά πάντα, μπορεί η κριτική ματιά με την οποία ο νεαρός εαυτός μου θα έβλεπε την πόλη σήμερα, να είχε αντίκτυπο στις αντίστοιχες δημιουργίες του.

Οι εκθέσεις προσδίδουν νέα ταυτοτικά χαρακτηριστικά, ενώ ο πραγματικός χαρακτήρας κατά κανόνα παραμένει σε ό,τι συμβαίνει στον δρόμο

Στο δελτίο Τύπου αναφέρεστε στις υποκουλτούρες της Θεσσαλονίκης ως ένα «παλίμψηστο». Ποια είναι η Θεσσαλονίκη που πιστεύετε ότι δεν φαίνεται στον επισκέπτη αλλά εξακολουθεί να υπάρχει κάτω από την επιφάνεια;
Το «παλίμψηστο» έχει γραφτεί από τους επιμελητές μου, την Αρετή Λεοπούλου και τον Θοδωρή Μάρκογλου, χάρη στους οποίους φτάσαμε να συζητούμε για την έκθεση. Και συμφωνώ μαζί τους· όντως, μπορούμε να δούμε μη γραμμικές εξιστορήσεις, ίχνη, απομεινάρια, παρακαταθήκες, συλλογικές κατακτήσεις, αλληλοεπικαλύψεις, παράλληλες δράσεις και συνύπαρξη –σαν ένα μεγάλο co-authorship. Περίπου από τον δεύτερο χρόνο του κορονοϊού και έπειτα, μπορώ να πω ότι δεν βρίσκομαι μέσα στα πράγματα όπως παλιότερα, και δεν έχω εικόνα για το τι πραγματικά συμβαίνει υπόγεια στην πόλη. Και αυτό ίσως είναι και το ωραίο, με την έννοια ότι κάποια παραμένουν ακόμη κάπως αφανή. Η προηγούμενη εμπειρία, όμως, δεν μου αφήνει αμφιβολία ότι αυτή την ώρα συντελούνται διεργασίες και ζυμώσεις, με δημιουργίες που θα καρποφορήσουν στο μέλλον – αυτούσιες ή σε εξελιγμένες μορφές.

Είστε αρχιτέκτονας, εικαστικός, θεωρητικός της τέχνης και πανεπιστημιακός. Ποια από όλες αυτές τις ιδιότητες επηρεάζει περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε τον δημόσιο χώρο;
Θα έλεγα ότι οι ιδιότητες και οι ποικίλες δραστηριότητες λειτουργούν συμπληρωματικά. Τα πεδία των σπουδών και η καλλιτεχνική πρακτική βρίσκονται σε διαρκή ανατροφοδότηση, τόσο μεταξύ τους όσο και με την πανεπιστημιακή διδασκαλία. Όλα αυτά, στη σύνθεσή τους, συναντώνται μέσα από το φίλτρο του γκραφίτι, τη συμμετοχή μου σε άλλες πολιτισμικές ομάδες και κουλτούρες, αλλά και τη βιωμένη εμπειρία της πόλης και των δημόσιων χώρων της. Θα κατέληγα, λοιπόν, ότι η βίωση του δημόσιου χώρου αποτελεί καταρχήν εφόδιο για τις υπόλοιπες δραστηριότητες και ιδιότητές μου, ενώ αμφίδρομα, όλες αυτές εμπλουτίζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπω και κατανοώ τον χώρο.

Ορέστης Πάγκαλος, Biennale 2007

Έχετε δει έργα σας να σβήνονται, να καταστρέφονται ή να χάνονται. Υπάρχει κάποιο που ακόμη σας ακολουθεί στη μνήμη, σαν να χάθηκε μαζί του κι ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης;
Δεν νομίζω ότι έκανα ποτέ κάτι τόσο δυνατό που να είχε τόσο έντονο αντίκτυπο. Φοβάμαι ότι το πιο χαρακτηριστικό έργο μου είναι από το 1996, ένα graffiti με αναφορά στην ταινιά «Το Μίσος». Ήταν από τα πιο γνωστά της εποχής, κυρίως λόγω της θέσης του στον Περιφερειακό, και κράτησε μέχρι το καλοκαίρι του 2000 όταν το κατέστρεψαν πολίτες με θρησκευτικά κίνητρα. Ο τοίχος γκρεμίστηκε πρόσφατα για τις ανάγκες του fly over. Ένα άλλο έργο που έρχεται στη μνήμη είναι μία γλυπτική εγκατάσταση, στην περιοχή Σιντριβανίου. Χωρίς να είναι η αγαπημένη μου, για μία σειρά από λόγους παρέμεινε στη θέση της για εννιά χρόνια και αποκαθηλώθηκε μόνο όταν η περιοχή μετατράπηκε σε εργοτάξιο του Μετρό. Είχα συνηθίσει, κάπως, την παράδοξη μακροημέρευσή της και, στο τέλος, σχεδόν μου έλειψε. Όμως, όπως είπατε, μέρος της δύναμης της τέχνης στον δρόμο –και μέρος της ομορφιάς– είναι η εφημερότητα.

Ορέστης Πάγκαλος, 2019

Σήμερα σχεδόν κάθε graffiti φωτογραφίζεται και ανεβαίνει στα κοινωνικά δίκτυα. Το ψηφιακό αρχείο διατηρεί πραγματικά τη μνήμη του έργου ή τελικά διασώζει μόνο την εικόνα του;
Αυτό συνέβαινε και στην αναλογική εποχή: η εικόνα διασωζόταν μέσω της φωτογραφίας, η οποία κατέληγε σε άλμπουμ, στους τοίχους δωματίων, αργότερα σε κουτιά παπουτσιών, ή τυπωνόταν σε εφημερίδες, φανζίν, περιοδικά και βιβλία. Μπορεί ακόμη να εμφανιζόταν, τυχαία ή σκόπιμα, στο φόντο μιας διαφήμισης, μιας ταινίας ή ενός τηλεοπτικού ρεπορτάζ. Μέσα από αυτές τις «διαμεσολαβήσεις» διασωζόταν η εικόνα του έργου. Η μνήμη, από την άλλη, αφορά πρωτίστως όσες και όσους βίωσαν το έργο, ως δημιουργοί ή αυτόπτες θεατές, ενώ έχει παρατηρηθεί και το εξής: χωρίς τη φωτογραφία συχνά ξεχνάμε κάτι που έγινε πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι τα αντίστοιχα μέσα της εποχής μας. Επιτρέπουν, πάντως, την κοινοποίηση σε πραγματικό χρόνο και μας δίνουν τη δυνατότητα να δούμε –ακόμη κι αν το ξεχάσουμε σχεδόν αμέσως– εικόνες από τόπους που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να βρεθούμε με φυσική παρουσία, αλλά και εικόνες από την αναλογική εποχή.

Η Θεσσαλονίκη παραμένει σαν μια γεννήτρια σε λειτουργία, ένας ζωντανός οργανισμός όπου επιβιώνουν κοιτίδες και αναγεννιούνται διαρκώς θύλακες δημιουργίας.

Στην έκθεση παρουσιάζεται υλικό από δεκάδες πόλεις και δεκαετίες δημιουργίας. Τι κάνει, κατά τη γνώμη σας, τη Θεσσαλονίκη τόσο ξεχωριστή στον τρόπο που γεννά και διατηρεί τις υποκουλτούρες της;
Αν και, όπως είναι φυσικό, γνωρίζει τα πάνω και τα κάτω της, η Θεσσαλονίκη παραμένει σαν μια γεννήτρια σε λειτουργία, ένας ζωντανός οργανισμός όπου επιβιώνουν κοιτίδες και αναγεννιούνται διαρκώς θύλακες δημιουργίας. Το «ξεχωριστή» είναι όμορφο όταν το ακούμε από ανθρώπους που δεν ζουν ή δεν μεγάλωσαν στην πόλη· και ίσως αυτοί να είναι οι καταλληλότεροι για να μας περιγράψουν πώς το αισθάνονται. Πάντως, προσπαθώντας παλαιότερα να εντοπίσουμε ποιες συνθήκες ευνοούσαν την ανάπτυξη δημιουργικών πρωτοβουλιών και τοπικών σκηνών, μου φαινόταν κρίσιμη η «χωρική εγγύτητα» των πραγμάτων. Χωρίς να υποτιμώ τις περιφερειακές γειτονιές και συνοικίες, η πολεοδομική συγκρότηση του κέντρου, μαζί με τα πανεπιστήμια, διευκόλυνε τις ζυμώσεις ανάμεσα σε ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα. Σε αυτό συμβάλλει και η κλίμακα της πόλης, ενώ συχνά παρατηρούμε ότι οι «δεύτερες πόλεις» μιας χώρας παρουσιάζουν ιδιαίτερο δημιουργικό ενδιαφέρον. Από την άλλη, λέγαμε κάποτε ότι η ίδια εγγύτητα και τα χαρακτηριστικά που ευνοούν τη γέννηση πραγμάτων είναι συχνά και εκείνα που αργότερα περιορίζουν την εξέλιξή τους. Η Θεσσαλονίκη έχει πλέον χαρακτηριστικά μητρόπολης, αλλά, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, μπορούσε να ιδωθεί και σαν ένα μεγάλο χωριό· ίσως ακριβώς αυτή η αντίφαση να την κάνει τόσο ιδιαίτερη.

Ορέστης Πάγκαλος, Ηauntologies

Αν έπρεπε να επιλέξετε μόνο μία φωτογραφία ή ένα αντικείμενο από το προσωπικό σας αρχείο που να αφηγείται την ιστορία της Θεσσαλονίκης, ποιο θα ήταν και γιατί;
Παρόλο που δυσκολεύομαι πάντα –και πολύ– να επιλέξω ένα και μοναδικό «αγαπημένο κάτι», αν επιχειρούσα μια ποιητική και άκρως προσωπική αλληγορία της Θεσσαλονίκης, θα διάλεγα ένα βίντεο του 2008 που παρουσιάζεται στην έκθεση. Ένας γλάρος έχει παγιδευτεί στα σύρματα κεραιών τηλεόρασης, σε μια ταράτσα στο κέντρο της πόλης. Παλεύει δραματικά να απεγκλωβιστεί, ενώ δίπλα του έχουν συγκεντρωθεί κοράκια, περιμένοντας. Στο βάθος διακρίνονται οι πολυκατοικίες, η θάλασσα, οι πολεμίστρες και η σημαία του Λευκού Πύργου. Ο γλάρος τελικά γλίτωσε. Θα πρόσθετα και ένα συμπληρωματικό βίντεο, με ένα τοπίο από βαγόνια στην ομίχλη, αλλά αυτό θα ήταν καλύτερο να το δούμε από κοντά.

Όταν ο επισκέπτης φύγει από την έκθεση, ποια είναι η μία σκέψη ή το ένα συναίσθημα που θα θέλατε να πάρει μαζί του;
Ιδανικά, θα ήθελα να αισθάνεται σαν να γυρίζει από ένα μικρό ταξίδι.

Πάγκαλος - Δημητρίου, 2024

Το έργο σας συνομιλεί εδώ και περισσότερα από τριάντα χρόνια με τους τοίχους, τους δρόμους και τους ανθρώπους της πόλης. Σήμερα, τι θεωρείτε πιο ανθεκτικό στον χρόνο: το ίδιο το έργο, ο δημόσιος χώρος ή η μνήμη εκείνων που το συνάντησαν;
Θα έλεγα, πρώτα, η μνήμη εκείνων που το συνάντησαν – για όσο ζουν. Έπειτα, το έργο, μέσα από τις φωτογραφίες του. Και μετά ο δημόσιος χώρος, ο οποίος βέβαια και αυτός μεταλλάσσεται: τόσο ως αφηρημένη έννοια όσο και όταν αφορά συγκεκριμένους, βιωμένους τόπους. Ωστόσο, τα τρία δεν διαχωρίζονται εύκολα. Τα έργα βρίσκονται στον δημόσιο χώρο, ενώ οι μνήμες περιλαμβάνουν τόσο τα ίδια όσο και τους τόπους τους, μαζί με τα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους.