facebook sharing button
Σινέ Κουρσάλ: ένα πλωτό σινεμά στη Θεσσαλονίκη του 1925
Άποψη της παραλίας και του λιμανιού από τον Λ.Πύργο | Συλ. Rog. Viollet | culture.thessaloniki.gr
CULTURE

Σινέ Κουρσάλ: ένα πλωτό σινεμά στη Θεσσαλονίκη του 1925

Διαφημιζόταν στην εφημερίδα Μακεδονία με το σλόγκαν «Πρωτοφανής Αμερικανισμός. Επισκεφθήτε το οικογενειακώς!»

Σινέ Κουρσάλ: Το πλωτό σινεμά που πρόβαλλε ταινίες μπροστά από τον Λευκό Πύργο το καλοκαίρι του 1925

Κυριακή, Αύγουστος  1925, ο Ευτύχης Σουλούδης, επιστάτης στην Ιταλική Εταιρεία Καπνών Ανατολής, πίνει τον πρωινό καφέ του στα κεντρικά, συμβολή Φλέμινγκ και Βασιλίσσης Όλγας. Με υποκαταστήματα στην Ξάνθη και την Καβάλα, τα κεντρικά της Societa Anonima Tabacchi Orientali (στα μητρικά Μιλανέζικα) εν Θεσσαλονίκη υποδέχονται και επεξεργάζονται μπασμάδες. Είναι σπεσιάλε καπνοί που καταφθάνουν από τα εύφορα σε νικοτίνη εδάφη της Θράκης, καλλιέργειες που τις δροσίζουν και τις αυγατεύουν οι ποταμοί Νέστος και Κόσυνθος. Δίπλα στην Ξάνθη των υπερδιάσημων αρωματικών Κιρέτσιλερ, βρίσκεται και το χωριό Γενισέα. Εδώ ευδοκιμεί ο Yenidje Tobacco, εξίσου σταρ ποιότητα καπνού, πολύτιμου για την παραγωγή σιγαρέτων κλάσης άλφα-άλφα, όπως αυτά που εμπορεύεται η Ιταλική Καπνική Εταιρεία στην Ευρώπη - Βόρεια, Ανατολική, Δυτική και Νότια- και στην οποία εργάζεται ως επιστάτης ο Ευτύχης Σουλούδης. Ο οποίος την 8η Αυγούστου 1925 και ώρα έβδομη πρωινή — μόλις την πρόδωσε με επτά απανωτά κούκου το ρολόι στον τοίχο –- ολοκληρώνει την ιεροτελεστία του διπλού βαρύγλυκου και ετοιμάζεται για να ξεκινήσει τον καθημερινό έλεγχο επί της παραγωγής. Δουλειά ρουτίνα του θανατά, που όμως εδώ και τρεις μέρες απέκτησε τρομερό ενδιαφέρον και αποκαλύπτω το γιατί: Μορφούλα Σκούρα.

Κατέφθασε στα κεντρικά της εταιρείας από την Ξάνθη για να διδάξει «κεντητική» στις ανειδίκευτες εργάτριες της ιταλοταμπακερί, πώς να περνούν, δηλαδή, τα φύλλα καπνού από τις καθημερινές παραλαβές με αγώγια από τις Γενισέα και Ξάνθη, ένα ένα σε σπάγκο με βελόνα. Η τεχνική, γνωστή επίσης και ως μπούρλιασμα ή και αρμάθωμα, προσομοιάζει με αυτή των κοριτσιών που κεντούν την προίκα τους. Και έτσι, τρεις μέρες τώρα, ο Ευτύχης Σουλούδης παρατηρεί τη Μορφούλα Σκούρα να εργάζεται με τα καπνά μεθοδικά, λεπτεπίλεπτα, ταχύτατα. Με θαυμασμό την παρακολουθούν και οι λοιπές καπνεργάτριες του σεμιναρίου, μέσα όμως στα φυλλοκάρδια του Ευτύχη Σουλούδη κυματίζουν και άλλες ταραχές διάφορες εκτός από τον θαυμασμό για την εργατικότητα της Σκούρα. Πόθος, λάγνες σκέψεις, τέτοιες αναταράξεις. Σε περίπτωση που η Μορφούλα δεχθεί την πρότασή του για βραδινή έξοδο, ο Σουλούδης σκέφτεται «γιατί όχι;». Ένα τέτοιο πλάσμα αναζητά για καλό σκοπό. Κοίτα αγγελόμορφες που βγάζει η Ξάνθη και πολλά τέτοια σκεφτόταν ο Σουλούδης, της κατηγορίας «κεραμίδα έφαγε».

Παράστημα λυγαριάς, μάτια πράσινα, χειλάκια πετροκέρασο και κορμί βερίκοκο, όπως θα έγραφε πολλά χρόνια μετά για την Αλίκη Βουγιουκλάκη ο Ξανθιώτης για ένα φεγγάρι Μάνος Χατζιδάκις, τέτοιας μεγατονικής είναι η ομορφιά της Σκούρα, και άντε ο Σουλούδης να βρει κουράγια να της προτείνει να βγουν το βράδυ ραντεβού. Ο οποίος μαζί με τον καφέ, ρουφάει και τα τοπικά νέα που ρέουν τυπωμένα στην εφημερίδα Μακεδονία. Μαζί διαβάζει και τις ρεκλάμες. Σαν αυτή: «Παρά τον Λ. Πύργον είνε αραγμένον το Κουρσάλ. Το οποίον κατακλύζεται κάθε μέρα με τον καλλίτερον κόσμον που σπεύδει να απολαύση την θαλάσσιαν δροσιάν, τον καθαρόν αέρα του κινηματογράφου του, την παγωμένην μπύραν του, τα φρέσκα ψάρια, τα ωραία κρύα φαγητά του, τα εκλεκτά ποτέ και αναψυκτικά του. Κουρσάλ! Πρωτοφανής Αμερικανισμός. Επισκεφθήτε το οικογενειακώς».

Εφημερίδα Μακεδονία, καλοκαίρι 1925

Σινεματοκάραβο ήταν το Κουρσάλ, Ροδόλφο Βαλεντίνο εν πλω και Μπάστερ Κίτον, Γκλόρια Σουάνσον και Μαίρη Πίκφορντ έπαιζε το τρεμάμενο πανί του, μιας και κάθε που τον Θερμαϊκό τον φυσούσε μελτέμι ή τον ράντιζε μπάτης, η οθόνη της μαούνας κουνιόταν πέρα δώθε από τα μποφόρ. Και σύσσωμοι πάθαιναν ναυτία από το κυματιαστό ταράκουλο οι θεατές και οι μουσικοί της ορχήστρας που έντυνε με μουσικές την ταινία. Μα, παρά ταύτα, το «πάμε να δούμε σινεμά εν πλω στο Κουρσάλ» είχε εξάψει τη Θεσσαλονίκη. Έσπευδε κάθε νύχτα σε ρυθμό πατείς με πατώ σε η πόλη για να απολαύσει ταινίες, άσχετα εάν ο Ροδόλφος Βαλεντίνος και η Μαίρη Πίκφορντ που προπαγάνδιζε με μανιακή διαφήμιση στη Μακεδονία ο ιδιοκτήτης του θαλάσσιου ντράιβ ιν (Πρωτοφανής Αμερικανισμός. Επισκεφθήτε το οικογενειακώς!) τη δεύτερη εβδομάδα λειτουργίας του, στοπ, φινίτο και μαχαίρι: οι κόπιες με Χόλιγουντ σκρινς σένια αυθεντικά και οριτζινάλε κόστιζαν χρυσάφι, οπότε τι έκανε ο Θεσσαλονικιός θεομπαίχτης; Το γύρισε σε ρομάντζα της δεκάρας και σε φτηνά ερωτικά μελοδράματα, που αντί για τα στούντιο της Παραμάουντ γυρίζονταν στη «Λωρίδα της Φτώχειας», όπως λεγόταν το δίκτυο των Poverty Row παραγωγών, που εξειδικεύονταν σε παραγωγές τίγκα στο φλου, το θολό και την αεριτζίδικη b-movie προχειράντζα.

«Κουρσάλ. Κάθε βράδυ συγκεντρώνει πλήθος κόσμου, που ζητεί να βρει λίγη δροσιά στον πρωτότυπον αυτόν πλωτόν κινηματογράφον. Και είνε αλήθεια απόλαυσις να περνά κανείς την ώρα του στο πρωτότυπο αυτό κέντρο, προπαντός όταν λικνίζεται από ελαφρά κύματα». Τέτοια έγραψε στην ανταπόκρισή του από τη Θεσσαλονίκη ο συντάκτης του περιοδικού Κινηματογραφικός Αστήρ για τη μαούνα, γιατί ας μην αυταπατώμεθα: μια φαρδιά σανίδα με κάγκελα εκατέρωθεν, που οδηγούσε από τον προβλήτα στη σάλα με τις καρέκλες, το πανί, τις γκαζόζες και τις γρανίτες ήταν το Κουρσάλ. Φουλ της ιδιοκατασκευής και της πατέντας μύριζε η κατάσταση εκεί, αλλά η δροσιά δροσιά και η ταινία ταινία, άσχετα αν κάτω στα αμπάρια, μερικά μέτρα υπό του θεάματος, έπαιζαν θερμοπληξίες με το κιλό και δέκα οργιές ηδονικοί αναστεναγμοί και αχ βαχ. Κάποιοι (μπορεί και οι ζηλιάρηδες ιδιοκτήτες σινεματζήδες του Πατέ, των Διονυσίων, του Ματζέστικ και του Παλλάς, που το Κουρσάλ τους είχε σκίσει;) διέδιδαν πως στην κοιλιά του Κουρσάλ συντελούνταν οργιάκια με επί χρήμασι αντίτιμο, έρωτες και σουρλουλούδικες περιπτύξεις.

Εν πάσει περιπτώσει, εδώ στην πλωτή μαούνα, το σινεμά Κουρσάλ, είχε σκοπό να της ζητήσει να βγούνε ραντεβού για ταινία και ό,τι προκύψει ο Ευτύχης Σουλούδης της Μορφούλας Σκούρα. Εκείνη είπε δέχομαι την πρότασή σας, επιστάτη. Η Ξάνθη με τα απανταχού μάτια των ηθικολόγων έπεφτε μακριά και ο Σουλούδης ήταν ένας παιδαράς δυο μέτρα και με αρσενικάδα που έκανε κρα το αξιέπαινόν της. Κι έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα εκείνη τη νύχτα της Αυγούστου. Μετά την ταινία στο Κουρσάλ, άνθισε ο έρως μεταξύ τους σε διάσταση όμως ταινίας πρώτης προβολής, χολιγουντιανής υπερπαραγωγής. Έρως κι όχι δευτεράντζα, όχι πλάνα σαν αυτά που είδαν στο Midnight Girl, όπου η πλοκή στο πανί παρακολουθούσε μια φτωχή μετανάστρια τραγουδίστρια την οποία ερωτεύονται ταυτόχρονα ένας πλούσιος διεφθαρμένος προστάτης των τεχνών (τον υποδυόταν ο Μπέλα Λουγκόζι πριν γίνει διάσημος ως Δράκουλας) και ο θετός γιος του. Πάθη, απειλές, ερωτική αντιζηλεία, βάσανα και αντιξότητες, που, όπως είπε μετά την ταινία ο Ευτύχης Σουλούδης, «Εκατό χιλιάδες τσιγάρα το λεπτό θα κάπνιζα εγώ από τη λύπη μου, δεσποινίς Σκούρα, εάν τυχόν κάποιος άλλος ανταγωνιστής σας διεκδικήσει πιο παράφορα από εμένα και σας κερδίσει».

Ο Σουλούδης έμενε με τη μάνα του Ανάληψη, η Σκούρα κοιμόταν σε μια φίλη της στα τσαΐρια της Άνω Πόλης, μα εκείνη τη νύχτα πήραν τη σωστή απόφαση. Το γοργό και χάριν έχει, είπαν λοιπόν να το μοιράσουν κι έτσι κοιμήθηκαν στο ξενοδοχείο Άτλας της Εγνατίας, έτος ανέγερσης 1923, υπογραφή Έλι Μοδιάνο, ανεμιστήρες σε όλα τα δωμάτια. Που πάει να πει πως οι δυο εραστές βίωσαν μια νύχτα έκστασης τύπου «Είσαι ένα περιστέρι που πετά στον ουρανό, πάμε να βρούμε ένα αστέρι σ’ έναν κόσμο μακρινό», όπως θα έγραφε πολλά χρόνια μετά ο Ξανθιώτης για ένα φεγγάρι Μάνος Χατζιδάκις. Όχι φυσικά για τον Ευτύχη Σουλούδη, αλλά για τα χείλια της Νανάς Μούσχουρη -μελαχρινή, καμία σχέση με την ξανθιά Ξανθιώτισσα καλλονή Μορφούλα Σκούρα η Νανά.

«Το Κουρσάλ, ο περίφημος πλωτός κινηματογράφος, έλαβε πάλι την μορφήν παλιομαούνας και κατέλαβε την πρότερον θέσιν μεταξύ των ρημαγμένων καραβιών», έγραψε ο Κινηματογραφικός Αστήρ, ενώ σύμφωνα με το δημοσίευμα της Μακεδονίας (24/8, συν πλην είκοσι μέρες μετά τα πρώτα φιλιά τους, που εξελίχθηκαν σε στιβαρό ρομάνσο κι έτσι η Σκούρα ποτέ δεν επέστρεψε στην Ξάνθη - μαύρη πέτρα), «Ο πλωτός κινηματογράφος ως απλή μαούνα πλέον θα μεταφερθεί στην Παλαιστίνη για να χρησιμεύσει σαν πλωτή σχολή δοκίμων». Τύχη βουνό, στο τσακ πρόλαβαν ο Σουλούδης και η Σκούρα να ερωτευθούν κάτω από τα αστέρια του Κουρσάλ, εκείνη τη βραδιά του Αυγούστου του 1925. Την επόμενη χρονιά έγινε ο γάμος τους στη Μονή Βλατάδων, με κουμπάρο τον ιδιοκτήτη της Societa Anonima Tabacchi Orientali (στα μητρικά Μιλανέζικα), Τζιάνι Ρενάτο, ο οποίος για να τιμήσει τον καλύτερο επιστάτη που είχε στη δούλεψή του και την καλύτερη κεντήτρα μπασμά Ξάνθης και περιχώρων, τους έκανε γαμήλιο δώρο ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Στη λουτρόπολη Μπάντεν Μπάντεν.

«Kur θα πει λουτρό και Saal σημαίνει αίθουσα, Kursaal στα γερμανικά σημαίνει αίθουσα ψυχαγωγίας ή χορού στις λουτροπόλεις έγραφε το επεξηγηματικό φυλλάδιο». Το διάβασαν η Μορφούλα Σκούρα και ο Ευτύχης Σουλούδης και διατράνωσαν την πεποίθησή τους ότι είχαν πάρει τη σωστή απόφαση, όταν, μετά την ταινία με τον Μπέλα Λουγκόζι, είπαν να επισκεφθούν το ξενοδοχείο Άτλας, και δίχως να χάσει χρόνο ο Σουλούδης να της κάνει πρόταση γάμου. Και εκείνη είπε «Ξάνθη, αντίο, αντίο και σε σένα επίσης, Γενισέα» και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Για το Κουρσάλ δεν ξέρω τι έγινε, όσο και να το έψαξα. Τελικά έφτασε στην Παλαιστίνη για να εκπαιδευτούν δόκιμοι; Το μετέτρεψαν σε υπαίθριο εστιατόριο με θέα τα νερά της Χάιφας; Πολλά τρελά και διάφορα ήταν δυνατόν να συμβούν εκείνες τις μέρες του Μεσοπολέμου που συμμαχίες άλλαζαν εν μία νυκτί και μεγάλοι έρωτες άνθιζαν εξαιτίας ενός φιλιού μετά από μια ταινία, όπως θα έγραφε πολλά χρόνια αργότερα στην Μπαλάντα των Αισθήσεων και των Παραισθήσεων ο σαν τη Μορφούλα Σκούρα εκ Ξάνθης καταγώμενος Μάνος Χατζιδάκις: το κορμί της ήταν μόνο η αφορμή!