Ο Nick Cave μένει σ’ ένα παντοπωλείο της Θεσσαλονίκης
Μια αναπάντεχη συνάντηση στο ιστορικό κέντρο της πόλης
Το παντοπωλείο «Μπακαβόγατος» υπάρχει από το 1976 και αγαπάει τον Nick Cave
Μερικές φορές νιώθω ότι ανασύρω αναμνήσεις από μια ζωή που ποτέ δεν έζησα. Ίσως να είναι η συμπύκνωση των ταινιών, της μουσικής και της λογοτεχνίας που καταναλώσαμε τα χρόνια που δίναμε μεγαλύτερη έμφαση στις εμπειρίες της χαράς και της απόλαυσης. Τότε που παρατηρούσαμε περισσότερο τον κόσμο, επειδή ακόμη δεν τον γνωρίζαμε.
Υπάρχουν καταστήματα που πυροδοτούν αυτές τις παράξενες αναμνήσεις. Είναι δύο ειδών: εκείνα που προσπαθούν πολύ για να το πετύχουν, με επιτηδευμένο vintage, προσεκτικά τοποθετημένα παλιά αντικείμενα και μια νοσταλγία σχεδιασμένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, και εκείνα που απλώς δημιουργήθηκαν τον προηγούμενο αιώνα και εξακολουθούν να υπηρετούν άψογα την εποχή τους. Χωρίς να προσπαθούν να μοιάσουν με τίποτα.
Σε ένα τέτοιο κατάστημα με έσπρωξε μια φίλη Θεσσαλονικιά. Περπατούσαμε στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, πίσω από την Αχειροποίητο, όταν στη Χριστοπούλου 3 είδε έξω από ένα παντοπωλείο έναν μαυροπίνακα που έγραφε ότι διατίθεται καφασωτό Χαλκιδικής. Σχεδόν υπνωτισμένη, σταμάτησε. Δεν θα έχανε την ευκαιρία. Κι εγώ δεν είχα κανέναν λόγο να την αφήσω να μπει μόνη της.
Έτσι γλίστρησα μαζί της σε ένα οικογενειακό παντοπωλείο που βρίσκεται στο ίδιο σημείο από το 1976.
Πάνω από το ψυγείο με τα τυριά με περίμενε η πρώτη έκπληξη. Μια αφίσα από αυτές που δεν συναντάς συνήθως σε παντοπωλεία με καλούδια. Μια πελώρια αφίσα του Nick Cave.
Το βλέμμα μου άρχισε να ακολουθεί περιμετρικά ψηλά τους τοίχους που δεν ήταν καλυμένοι με προϊόντα για να διαπιστώσω ότι υπήρχαν κι άλλες αφίσες του Nick Cave. Απλώς εκείνη, αριστερά από το ψυγείο, καταλάμβανε ένα μεγάλο μέρος του τοίχου και είχε τραβήξει πρώτη την προσοχή μου.
Δεν ξέρω πόσο χρόνο χρειάζονται οι αισθήσεις για να συντονιστούν με ένα καινούργιο περιβάλλον, αλλά φαίνεται πως η ακοή ακολούθησε την όραση. Δεν εξεπλάγην όταν κατάλαβα ότι όχι μόνο έβλεπα τον Nick Cave, αλλά τον άκουγα κιόλας από τα ηχεία του καταστήματος.
Nick Cave ανάμεσα σε χύμα ρύζια, ρεβίθια και φακές, σκόρδα και κρεμμύδια, φρούτα και απορρυπαντικά.
Θέλησα να αγοράσω ένα καρπούζι για να παρατείνω λίγο τον χρόνο μας εκεί μέσα, αφού η φίλη μου είχε ήδη ξεμπερδέψει με την αγορά του καφασωτού. Ο συμπαθέστατος πωλητής αποκαλύφθηκε πως ήταν ο ιδιοκτήτης. Δεν δίστασα να τον ρωτήσω τι δουλειά έχει τόσος Nick Cave μέσα σε ένα παντοπωλείο.
«Είναι ο αγαπημένος μου καλλιτέχνης», μου απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Τον ρώτησα αν κατέβηκε φέτος στην Αθήνα για τη συναυλία του ή αν ανέβηκε στη Φιλιππούπολη. Ξέρω ότι πολλοί Θεσσαλονικείς πηγαίνουν πια στη Βουλγαρία για μεγάλες συναυλίες. «Τον έχω δει. Φέτος όχι δυστυχώς». «Τον έχετε γνωρίσει ποτέ;»
Δεν είναι και τόσο δύσκολο να συναντήσει κάποιος τον Nick Cave στην Ελλάδα, με τον ρυθμό που επισκέπτεται τη χώρα μας. Όχι, μου είπε. Αλλά κάποτε παραλίγο. Μια μέρα, την εποχή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μπήκε στο κατάστημα ένας ξένος σκηνοθέτης. Είδε τις αφίσες, κατάλαβε την αγάπη του για τον Cave και αποφάσισε να τον πάρει τηλέφωνο για να του τον δώσει να μιλήσει. Και πράγματι τον κάλεσε. Πολλές φορές, όσο βρισκόταν μέσα στο παντοπωλείο και έκανε τα ψώνια του. Ο Nick Cave δεν σήκωσε το τηλέφωνο.
Ίσως να ήταν μια μοναδική ευκαιρία για να μιλήσει με τον αγαπημένο του καλλιτέχνη. Αλλά έτυχε εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα, ο Nick Cave να μην απαντήσει.
«Και το όνομα Μπακαβόγατος πώς προέκυψε;» τον ρώτησα. «Το όνομά μου είναι Κώστας Μπακαβός. Αυτό είναι το επίθετό μου». Ένας μικρός αναγραμματισμός και το μάρκετινγκ ήταν έτοιμο.
Τα σούπερ μάρκετ διαθέτουν ποικιλία, οργάνωση και ευκολία. Αυτό που δύσκολα διαθέτουν είναι πρόσωπα. Την προσωπική επαφή που κάποτε αποτελούσε αυτονόητο κομμάτι της αγοράς και σήμερα αρχίζει να μοιάζει σχεδόν με πολυτέλεια.
Και, κυρίως, πώς να συνδυάσεις τον Nick Cave με καφασωτό Χαλκιδικής; Στη Θεσσαλονίκη συνδυάζονται. Μια πόλη με μουσικό γούστο, ανεπιτήδευτη διακόσμηση και μάρκετινγκ που πολλές φορές δεν γνωρίζει καν ότι είναι μάρκετινγκ.
Μέχρι να τελειώσουμε την κουβέντα, ο πατέρας του κυρίου Μπακαβού, που είχε ακούσει ότι παρήγγειλα ένα καρπούζι, το είχε ήδη διαλέξει και, μέσα στην μπλε ποδιά του, το είχε κουβαλήσει μέχρι μπροστά.
Τους ευχαρίστησα, πήρα το καρπούζι μου και, πριν φύγουμε, ζήτησα από τον κύριο Μπακαβό μια φωτογραφία μπροστά στην πινακίδα. «Πολύ ευχαρίστως, αν και δεν μου αρέσει πολύ η δημοσιότητα», μου είπε.
Τον ευχαρίστησα και τον καληνύχτισα. Φύγαμε με το καρπούζι και το καφασωτό στα χέρια και τον Nick Cave να συνεχίζει να παίζει πίσω μας.