Γλυπτά από σίδερο και ανταλλακτικά, τέχνη από παλιές ξεκοιλιασμένες μηχανές, φλάντζες, άχρηστα πιστόνια αυτοκινήτων και ελατήρια πάσης φύσεως. Scrap art; Scrap art, εάν ντε και καλά πρέπει να ορίσουμε το πεδίο εξάσκησης του Γιώργου Μωραϊτόπουλου.
Ένα μουσείο αναμνήσεων από την ξέσαλη θεσσαλονιώτικη νύχτα της Amnesia, του Space Mobile, του Elvis και του Art House
Γλυπτά από σίδερο και ανταλλακτικά, τέχνη από παλιές ξεκοιλιασμένες μηχανές, φλάντζες, άχρηστα πιστόνια αυτοκινήτων και ελατήρια πάσης φύσεως. Scrap art; Scrap art, εάν ντε και καλά πρέπει να ορίσουμε το πεδίο εξάσκησης του Γιώργου Μωραϊτόπουλου.
Βέρος Θεσσαλονικιός, σε πολύ μικρή ηλικία, όπως μου εξομολογείται, μαθήτευσε κοντά σε τεχνίτες σιδήρου στον Βαρδάρη και τα πέριξ, τότε που έσφυζαν από θορύβους τα σιδηρουργεία και βουλιμικά καταβρόχθιζαν τα λάδια οι μηχανές στα συνεργεία. Εδώ, σε αυτή τη μαθητεία, χρωστά την απίστευτη ευκολία να χειρίζεται βερνίκια και τεχνικές οξείδωσης. Αφού πρώτα καθαρίσει τα σκουριασμένα εξαρτήματα με αμμοβολές και φαγανιάρηδες τροχούς που καταβροχθίζουν τον χρόνο, τα καθιστά έτοιμα για μια νέα ευκαιρία. Τις πρώτες ύλες του τις βρίσκει στα σκουπίδια ή σε μάντρες ανακύκλωσης και έπειτα με μερακλίδικες διαδικασίες επεξεργασίας τους χαρίζει μια δεύτερη ζωή. Recycle art; Και αυτό παίζει.
Κατηφορίζω στα έγκατα του εργαστηρίου του, δέκα μέτρα βάθος κάτω από τη γη, πίσω από τη Ροτόντα και μερικά μέτρα δίπλα από τον «Κόκκινο Φούρνο». Τοπίο μεταποκαλυπτικό, χάνω το μέτρημα των έργων που είναι στοκαρισμένα εδώ πέρα. Γιατί στο στούντιο - αποθήκη - βασίλειο του Μωραϊτόπουλου κατοικοεδρεύουν ιδρώτες, κόποι και κάματοι μιας ζωής. «Πρέπει εδώ μέσα να υπάρχουν τουλάχιστον χίλια και βάλε έργα», με μπριφάρει ο Γιάννης Μπέγκας, σύντροφός μου σε αυτή την εκδρομή που μοιάζει με ταξίδι στο κέντρο της γης, σε μια μεταλλική Βαλχάλα, Iron Maiden όνομα και πράμα.
Δέκα γουάου και πέντε «ω, ρε φίλε!, για έναν χώρο που θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από τα ντεκόρ του Mad Max και τα σκηνικά του Blade Runner. Όλα παίζουν καθώς περιπλανιέμαι μεταξύ πλασμάτων σε ρεαλιστικές ή φανταστικές αναπαραστάσεις. Έντομα από βίδες, σπονδυλικές στήλες cycorg ψαριών, αρμολογημένων από ετερόκλητα κομμάτια ηλεκτροφωτισμένων σιδήρων, heavy metal thunder.
Αυτός είναι λοιπόν ο διάσημος «Μπετόβεν», όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του στη Θεσσαλονίκη, γιατί είναι κάπως περήφανος στα αυτιά. Με βάση αυτά που βλέπω, εγώ τον αποκαλώ Μπετόβεν χάρη της δεινής πρακτικής «μουσουργικής», με την οποία ανασταίνει τα νεκρά και λησμονημένα μέταλλα. Με ξεναγεί και ύστερα τα λέμε στο γραφείο του, υποφωτισμένο, σαν να βρίσκομαι στο διευθυντήριο κάποιου κλαμπ, ατμοσφαιρικό, όπως όταν έπινα τα ποτάκια μου παλιά στο Sante του Κίκη. Εκατοντάδες φλάιερ από πάρτι και προσκλήσεις εγκαινίων νέων μπαρ και κλαμπ είναι καρφιτσωμένα στους τοίχους. Αναμνήσεις μιας ζωής που έφαγε τη θεσσαλονικιώτικη νύχτα με το κουτάλι.
Ο ήρωάς μας δεν είναι τυχαίος: με τα αμόνια του, αυτός ο μικρός Θεός Ήφαιστος στα νιάτα του (έξτρα εφοδιασμένος με ηλεκτροσυγκολλητικά πιστόλια, σαν διαστημικός γκαραζιέρης –καουμπόι στο «Ταξιδέψτε τον Γαλαξία με οτοστόπ») φιλοτέχνησε διακοσμήσεις για το σύνολο της θεσσαλονικιώτικης νύχτας. Δεν υπάρχει μαγαζί που να μην του παράγγειλε έργα για τον τοίχο ή το δάπεδο ή την οροφή: Berlin, Amnesia, Θερμαϊκός, Space Mobile, Decadance, Elvis, Liebe, Art House, Ζουμπούληδες, Μουρατίδης, Μπέτας, Βιολίδης, Πορτοκάλογλου, FIX club, Μύλος. Η φουτουριστική ποιητική γλυπτική του Μωραϊτόπουλου απορρόφησε μέσα της πανκ, ρέιβ και ντίσκο ήχους που ακόμα (βάζω στοίχημα!) τα κάνει να χορεύουν, όταν φεύγουν οι επισκέπτες αυτού του τόσο ιδιαίτερου μουσείου αναμνήσεων.
Ψάξτε τον στο Facebook, εκεί απαντά ο Γιώργος Μωραϊτόπουλος. Και αν περάσετε από τη σκληρή πόρτα (είπαμε, ο Μπετόβεν έφαγε τα νιάτα του στα κλαμπ!), όλο και θα βρεθεί άκρη για να κατηφορίσετε και εσείς και να περιπλανηθείτε σε αυτό το μεταλλικό μουσείο με τις αλυσίδες και τα έκκεντρα.