Μαρία Μιχαήλ: «Τραγουδάω γιατί αλλιώς δεν νιώθω ζωντανή»
Η φωνή που δίνει ρυθμό στα απογεύματα του Θερμαϊκού
Μαρία Μιχαήλ: Μια μουσικός της Νέας Παραλίας που ντύνει μουσικά στις βόλτες μας
Η Μαρία Μιχαήλ είναι η φωνή της Νέας Παραλίας που δίνει ρυθμό στις απογευματινές μας βόλτες δίπλα στη θάλασσα. Αν έχουμε περπατήσει πρόσφατα στη Νέα Παραλία την ώρα που σουρουπώνει, μπορεί να την έχουμε πετύχει. Με το όργανο τη φωνή της και φόντο τον Θερμαϊκό, η Μαρία Μιχαήλ «ντύνει» μουσικά τα απογεύματα χιλιάδων Θεσσαλονικέων.
Αν κάποιος περαστικός τη σταματούσε στον δρόμο και τη ρωτούσε «Ποια είσαι εσύ, κορίτσι μου;», η απάντηση που θα έδινε είναι αφοπλιστικά απλή. «Μου αρέσει να τραγουδάω γιατί αλλιώς δεν νιώθω ζωντανή».
Όταν δεν βρίσκεται στην παραλία, η Μαρία γράφει δικά της τραγούδια, διαβάζει ποίηση και βιβλία φιλοσοφίας. Όταν όμως στήνει το «σκηνικό» της δίπλα στη θάλασσα, συμβαίνει μια άλλη μαγεία. «Στη Νέα Παραλία αισθάνομαι πιο ελεύθερη να εκφραστώ», εξομολογείται. «Υπάρχει μια ζωντάνια, μια απλότητα και μια ηρεμία. Η θάλασσα, ο κόσμος που περπατάει, τα παιδιά... τόσα πολλά συναισθήματα και εικόνες ταυτόχρονα! Συμβαίνουν πολλά κάθε μέρα, αλλά το πιο όμορφο απ’ όλα είναι οι γλυκές κουβέντες των περαστικών».
Αν της δίναμε το ελεύθερο να διαλέξει το soundtrack της Θεσσαλονίκης για να παίζει στο repeat σε όλο το μήκος της παραλίας, η επιλογή της είναι βαθιά συναισθηματική. Την «Αύρα Εσπερινή» του Δημήτρη Παναγόπουλου. Το ίδιο τραγούδι με το οποίο συστήθηκε πέρσι στο ευρύ κοινό μέσα από τη συμμετοχή της στο τηλεοπτικό The Voice.
Πίσω όμως από τον ρομαντισμό της βόλτας, υπάρχει και η σκληρή πραγματικότητα του δρόμου. Η Μαρία δεν φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους όταν η κουβέντα έρχεται στο τι θα άλλαζε στην πόλη. «Είναι άδικο που θεωρείται παράνομη η μουσική στο δρόμο. Δεν ενοχλεί κανέναν, ίσα-ίσα προσθέτει κάτι όμορφο στην ατμόσφαιρα της πόλης. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που θα άλλαζα».
Σε μια Θεσσαλονίκη που συχνά ψάχνει την ταυτότητά της ανάμεσα στο μπετόν και τη φασαρία, καλλιτέχνες όπως η Μαρία Μιχαήλ μάς υπενθυμίζουν ότι η ομορφιά βρίσκεται στις πιο αυθόρμητες, «αδέσποτες» νότες της πόλης.