facebook sharing button
Μπέη Χαμάμ: Έρωτες και λαγνείες στους 45 βαθμούς Κελσίου
© Στέφανος Τσιτσόπουλος
CITY

Μπέη Χαμάμ: Έρωτες και λαγνείες στους 45 βαθμούς Κελσίου

Το «ζωντανό» παρελθόν του Μπέη Χαμάμ

Μπέη Χαμάμ: Ιστορίες που γεννιούνται στο μυαλό του επισκέπτη του ανακαινισμένου μνημείου της Θεσσαλονίκης

Ο Καάν, που στα οθωμανικά σημαίνει ηγέτης, δουλεύει σε πόστο αντάξιο του ονόματός του: Μπεϊλίκ Μπάσης, που πάει να πει διευθυντής σε χαμάμ. Και χαμάμ όχι ό,τι κι ό,τι. Στο Μπέη Χαμάμ δουλεύει ο Καάν, το μεγαλύτερο στην πόλη και ένα και από τα πιο ξακουστά των Βαλκανίων. Κόσμος και κοσμάκης έρχεται εδώ για να τριφτεί, να λουστεί, να ξυριστεί, να καλλωπιστεί, να χαλαρώσει, να συζητήσει και να ανταλλάξει απόψεις, ζώα, σπίτια ή πολιτικά κουτσομπολιά περί αυτοκρατορίας. Το ανέγειρε ο Μουράτ Β’ ο Λαμπερός, πάνω ακριβώς στην Εγνατία το 1444, δέκα χρόνια μετά την τριήμερη λεηλασία του 1434 και τις σφαγές που επακολούθησαν της άλωσης. Οι Βενετοί εγκατέλειψαν την πόλη άρον άρον, με επακόλουθο ο ανθός των Θεσσαλονικέων Βυζαντινών να αφήσει ψυχή και κόκαλα στο έλεος του Μουράτ, που δεν σεβάστηκε τίποτα.

© Στέφανος Τσιτσόπουλος

Όλες τις κτηνωδίες του Σουλτάνου, τις είδε ζωντανά να συμβαίνουν ενώπιόν του ο Καάν, ο Μπεϊλίκ Μπάσης του χαμάμ: τον Άγιο Δημήτριο να ξεβαφτίζεται σε Kasimye Camii και σε Sultan Hortac Camii να αλλαξοπιστεί με το ζόρι η Ροτόντα. Δημεύτηκαν περιουσίες και κατασχέθηκαν σπίτια, η Αχειροποίητος έγινε τζαμί και άπειρα ιερά μάρμαρα και οικοδομικά υλικά της στάλθηκαν στην Ανδριανούπολη, στο παλάτι του Μουράτ, αφού από εκεί διεύθυνε την τύχη της Αυτοκρατορίας.

© Στέφανος Τσιτσόπουλος

Συλλαμβάνω την ιδέα του Μπεϊλίκμπαση Καάν, διευθυντή του χαμάμ, μια Παρασκευή, όταν, αφήνοντας πίσω μου τη ζωντανή ροή του χρόνου, περνώ το κατώφλι του πρόσφατα ανακαινισμένου Μπέη Χαμάμ και όλα αρχίζουν να μου μιλάνε. Και να κελαηδούν ιστορίες, εικόνες και συμβάντα από τους περασμένους κόσμους της Αριστοτέλους, που ως γνωστό, κάτω της κοιμούνται τα παρελθόντα διάφορα της Εγνατίας. Οι φευγάτοι (σκέφτομαι) υπερτερούν, είναι εκατομμύρια επί εκατομμυρίων περισσότερα τα λείψανα και οι αποθανώντες Θεσσαλονικιοί σε σύγκριση με εμάς τους ζωντανούς του πάνω κόσμου της Αριστοτέλους. Μειονότητα είμαστε οι τωρινοί, σε σχέση με όσους έζησαν σε αυτά τα μέρη, όπως ο Καάν, ο Μουράτ Β’ αλλά και ο Κερέμ, που σημαίνει αγόρι γενναιόδωρο και ευγενικό. Τρίφτης δουλεύει στο Μπέη Χαμάμ, μασέρ, Τελλάκης όπως τους αποκαλούσαν τότε, και είναι πανέμορφος, ποθητός, κολάζει τους μερακλήδες ο Κερέμ, μιας και εκείνα τα χρόνια η ζήτηση για ελκυστικούς νεαρούς δεν ήταν αμαρτία. Ντυμένα με πολυτελή μεταξωτά υφάσματα (πεστεμάλ), τα αγόρια που επιλέγονταν και εκπαιδεύονταν από τα μικράτα τους να τρίβουν τους πελάτες πρόσφεραν εκτός από μασάζ κι άλλες υπηρεσίες, χορευτικές, ερωτικές ή τρία στα τρία.

© Στέφανος Τσιτσόπουλος

Περιπλανιέμαι στο ανακαινισμένο Μπέη Χαμάμ και, επειδή ψυχή δεν συναντώ στο ισόγειο και τον πάνω όροφο, αυτοσυγκεντρώνομαι και εκεί με βρίσκει η έμπνευση για ένα πρώτης τάξης ιστορικό μυθιστόρημα, «Έρωτες και Λαγνείες στους 45 βαθμούς Κελσίου». Έτσι δουλεύω λίγο ακόμα το προφίλ του Κερέμ. Αυθαίρετα, συγγραφική αδεία, ο όμορφος μασέρ εμπνέει τον ποιητή Φαζίλ, που είναι αληθινό πρόσωπο αυτός, ένας ποιητής που διέπρεψε στο είδος που οι ειδικοί των φιλολογικών οθωμανικών σπουδών το αποκαλούν Ποίηση του Ντιβανιού. Ο Φαζίλ, που πέρασε κι αυτός από το Μπέη Χαμάμ για ένα λουτρό, μόλις είδε τον Κερέμ, κεραυνοβολήθηκε και του αφιέρωσε το «Αγόρι του ατμού»: Βγήκε από το λουτρό με τα μάγουλα κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο / τα μαλλιά του στάζουν ακόμα το άρωμα του ροδόνερου / Ω, εσύ που καθαρίζεις το σώμα μες στον ατμό, δεν ξέρεις πως με μια σου ματιά, πλένεις τις καρδιές μας από κάθε λογική;».

© Στέφανος Τσιτσόπουλος

Ανεβοκατεβαίνοντας το ανακαινισμένο Μπέη Χαμάμ και εξονυχιστικά μελετώντας και φωτογραφίζοντας κάθε γωνία του, φανερή ή καλά κρυμμένη, κοτσάρω και άλλους πρωταγωνιστές, όπως τον Ερέν, που εργάζεται Κουλχανμπέης στα υπόγεια. Υπεύθυνος φωτιάς είναι, με καθήκον να κρατά τον τόπο θερμό, η ζέστη να ξεχύνεται μέσα από τους πήλινους αεραγωγούς πιο καυτή και από Αύγουστο μήνα στην Αύγυπτο. Επόμενος χαρακτήρας είναι ο Αρντά (θα πει σημάδι, ποτάμι, ραβδί του ηγέτη): Διατηρεί την τάξη στην είσοδο του λουτρού και εμποδίζει την πρόσβαση των αρσενικών στη γυναικεία πλευρά, αφού το Μπέη Χαμάμ ήταν μικτό. Λίγη υπομονή συνιστώ σε όσους αναρωτιέστε πότε θα εμφανιστούν και τίποτα γυναίκες σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Ακολουθεί ο Αχμέτ, καφετζής, σερβιτόρος και ναργιλιέρης, αφού καθημερινά εδώ τα γούστα δίνουν και παίρνουν.

© Στέφανος Τσιτσόπουλος

Σήμανε η ώρα, παρακαλώ, γυναίκες, περάστε. Τη λένε Άιλα (κλέβω το όνομά της από το ομώνυμο τραγούδι των Flash and the Pan), που θα πει «Φωτοστέφανο του φεγγαριού». Επιστατεί το γυναικείο τμήμα του χαμάμ, εδώ όπου καφετζού δουλεύει μια Ντιλάρα (αυτή που αιχμαλωτίζει τις καρδιές). Η Ντιλάρα έχει μια φίλη, τη Φατμά (σημαίνει αυτή που απογαλακτίζει), πολύ διάσημη προξενήτρα: στον γυναικείο τομέα του Μπέη Χαμάμ οι κυράδες δεν σύχναζαν μόνο για μποτέ αλλά και για να γνωρίσουν οι πεθερές τις υποψήφιες νύφες. Έτσι η Φατμά, όταν ο διευθυντής Καάν της ζητά να τον αποκαταστήσει, του συστήνει την Ζεϊνέπ (πολύτιμο πετράδι). Χαμός; Μέσα στο λουτρό όλοι, από τον πλούσιο πασά ως τον φτωχό λιμενεργάτη και από την κυριλέ χανούμισσα μέχρι τη φτωχή μουσουλμανοπούλα, εκτός από τα τελετουργικά της καθαριότητας, άντρες και γυναίκες, έψαχναν και για έρωτες. Αργότερα, μετά το 1444, όπως κάλπαζαν οι αιώνες και πλήθαιναν οι φυλές, στο σποτ σύχναζαν Μουσουλμάνοι, οι οποίοι πήγαιναν νωρίς πριν την πρώτη προσευχή (ναμάζ), και Εβραίοι. Το χρησιμοποιούσαν μαζικά την Παρακευή, ώστε το Σαμπάτ (Σάββατο) να αστράφτουν.

© Στέφανος Τσιτσόπουλος

Συνιστώ άμεσα επίσκεψη στο ανακαινισμένο Μπέη Χαμάμ με την οκταγωνική αίθουσα, το ανάγλυφο δάπεδο, τις κιονοστοιχίες και τον τρούλο με τις οπές-διόδους που κάνουν το φυσικό φως της μέρας να λογχίζει την ατμόσφαιρα σαν σπαθί φτιαγμένο από λαμπερά μέταλλα με προέλευση τον Ήλιο. Πιθανόν έτσι να εξηγείται και η κοσμική ψυχεδελική αυθυποβολή που έφερε χίλιες ιδέες για το μυθιστόρημα, σελίδες που διαδραματίζονται στα χρόνια του Μουράτ Β’, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω και εδώ να δεις πάθη, έρωτες και λαγνείες στους 45 βαθμούς Κελσίου! Ηράσθη σφόδρα μια Σέρβα ορθόδοξη, τη Μάρα Μπράνκοβιτς. 17 χρονών ήταν αυτή και 31 ο Σουλτάνος όταν την παντρεύτηκε κι έζησαν αυτοί καλά κι ο Ελληνισμός χειρότερα, αφού η Μάρα μετά τον θάνατο του Σουλτάνου αποσύρθηκε στη Δάφνη Σερρών, αρνούμενη να παντρευτεί τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο που της ζήτησε να την κάνει γυναίκα του. Η Μάρα ήταν μητριά του γιου του Μουράτ, του Μωάμεθ του Πορθητή, αυτού που άλωσε την Κωνσταντινούπολη το 1453. Και όλα αυτά συμβαίνουν μερικά χρόνια μετά από το 1444, τότε που ο πατέρας του Μωάμεθ πόρθησε τη Θεσσαλονίκη, έχτισε το Μπέη Χαμάμ και η επίσκεψη τελειώνει.

© Στέφανος Τσιτσόπουλος

Βγαίνω από τους υδρατμούς του παρελθόντος έξω στην κανονική ροή του χρόνου και, αν αναρωτιέσαι τι έγινε με το προξενιό της Ζεϊνέπ, επιβεβαιώνω: Ναι, ο Καάν την πήρε για σύζυγο και στο τρικούβερτο γαμήλιο γλέντι του βιβλίου μου θα βάλω να παρίσταται και ο Μουράτ με τη Μάρα Μπράνκοβιτς. Την επόμενη του γάμου του Καάν, η Μπράνκοβιτς θα επισκεφθεί τα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, μετά την Καπουντζίδα. Και επειδή είναι τόσο καλής πάστας η ορθόδοξη Σουλτάνα, τόσο ευγενική και τόσο αντίθετης ψυχοσύνθεσης από τον σφαγέα Μουράτ, θα περιγράψω μια σκηνή όπου οι γηγενείς θα την υποδέχονται με ενθουσιασμό, «μας ήρθε η Καλή Μαρία, μας ήρθε η Καλή Μαρία». Για αυτό και η γη σε εκείνη την πλευρά της Θεσσαλονίκης πολλά χρόνια μετά θα ονομαστεί Καλαμαρία προς τιμή της. Αυτή είναι μερικές φορές και η πεμπτουσία κάποιων μυθιστοριών, να ενώνουν τα ανένωτα και να υδρατμίζουν τα ανατμιστά!