Η θερινή σύναξη των Thievery Corporation αγροφυλάκων
Οι Thievery Corporation στη Θεσσαλονίκη, όπως και τριάντα καλοκαίρια πριν
Ανταπόκριση από τη συναυλία των Thievery Corporation στη Μονή Λαζαριστών
Φροζενάτες καϊπιρίνιες, αντίδοτο στη ζέστη που τσουρουφλίζει το δέρμα, εισχωρεί στους πόρους και λιώνει το είναι. Ή παγωμένες μπίρες. Γούστα είναι αυτά. Και τατού, και αντικουνουπικά, και χορταράκια μυρωδάτα, και καντίνες τσικνιστές (παντσέτα και λουκάνικα εκ Δράμας, παιδιά), με παραδίπλα θρακιώτικους λουκουμάδες. Κατάσταση εμποροπανήγυρης. Ή και αποσπασματική εκδιήγηση-συμπύκνωση αυτού που τριάντα χρόνια τώρα το αποκαλώ θεσσαλονικιώτικο καλοκαίρι: οι Thievery Corporation στη Μονή Λαζαριστών. Ξανά. Όπως και τριάντα καλοκαίρια πριν, όμως, αυτή τη φορά με τα λόγια του Rob Garza: «Θεσσαλονίκη, δεν ξεχνάμε, ήσουν η πρώτη πόλη της Ευρώπης που μας κάλεσε να παίξουμε λάιβ, εκεί, στον Μύλο».
Με το που σκάει η ανάμνηση (σαν τηγανισμένο αυγό από τη ζέστη!), κάτω της κολάσεως. Αν και η νύχτα πυροδοτήθηκε με το που βγήκαν οι «Κλέφτες» με Assault on Babylon, Encounter in Bahia, Amerimakka, και άρχισε το σιτάρ να σιταρίζει εξωτικά. Και οι κύριοι Lif και Puma, μετά της εξωτικής Λόρα, έπιασαν να παιανίζουν στα micια. Δυο ώρες η «Εταιρεία» θιβέραρε γκρούβι, σπεσιάλε και με δαιμονισμένο κέφι: Warning Shots, Lebanese Blonde, Air Batucada, Culture of Fear. Και Radio Retaliation.
Τότε ακριβώς, εξαιτίας της ανάμνησης του Garza για την πρώτη φορά των Thievery στη Θεσσαλονίκη, έπιασα να ενώνω τον θρυμματισμένο καθρέφτη της μνήμης και να επανασυγκολλώ μία μία τις αναμνήσεις από εκείνη την νύχτα, όταν ο Rob Garza και ο Eric Hilton πέρασαν για πρώτη φορά τον Ατλαντικό Ωκεανό, με κατεύθυνση τη δυτική πλευρά της πόλης. Καλεσμένοι του ραδιοφωνικού σταθμού 88μισό, 1997, θυμάμαι τα πρωινά να μεταδίδω τους ήχους του Sounds from the Thievery hi-fi, ο πρώτος τους δίσκος. Παραδίπλα από το στούντιο, εμπορικά τρένα φορτωμένα με πετρέλαια από το λιμάνι τραβούσαν για πρώην Γιουγκουσλαβία, μια οργιά απέναντι χάζευα τους γερανούς και τα μεγάλα κάργκο της θάλασσας, σκαρφιζόμενος συνεχώς ιστορίες για τους Thievery, προκειμένου να δικαιολογήσω την εμμονή μου. Όπως και όλου του σταθμού με τους τύπους, «Το Sounds of the Thievery hi-fi είναι σαν ένα καραβι που μας ήρθε από την Ουάσινγκτον κι έφερε δώρα πολλά. Εκτελώνισε χιπ χοπ και τριπ χοπ και ηλεκτρονικά και ινδικά και ιρανικά και ρέγκε και νταμπ και Clash και Lee Scratch Perry και τριπ χοπ και μποσανόβες και πάμε να ακούσουμε το Shaolin Satellite». Έτσι ακριβώς έγινε η δουλειά, όπως είπε ο Rob: πρώτη τους φορά οι Thievery Corporation έπαιξαν εκτός Αμερικής, εξαιτίας της πρόσκλησης που τους απεύθυνε ένα ραδιάκι που έκανε δουλίτσα. Γιατί τη νύχτα που η πόλη πρωτάκουσε εκστασιασμένη ζωντανά το Shaolin Satellite, στον Μύλο δεν έπεφτε καρφίτσα. Στεφανίδης, Χριστιανάκης, Βόγλης, Πορτοκάλογλου, Τερέζα Κερασίδου, Μαρία Ιωάννου, Γρηγόρης Αποστολόπουλος, Δημήτρης Μυστρίδης (σε είδα!)… (όχι ΠΑΣΟΚ) ωραία χρόνια.
Και έτσι νά ’μαι τριάντα χρόνια μετά από εκείνο το τότε, σε αυτό το τώρα, με την μπάντα να σαρώνει και την ενήλικη μνήμη μου να ανάβει κερί σε εκείνο το ξωκκλήσι όπου αναπαύεται η ανέμελή μας νιότη, τον Μύλο που πουλήθηκε, τον Μύλο που επάει. Και χωρίς τύψεις για τη βαβούρα, το τζέρτζελο και την περίπτωση η χαρά της γιορτής μας να αφήσει ξάγρυπνους τους Μαγιακόφσκι, Ρότσενκο, Μάλεβιτς, Τάτλιν και όσους Ρώσους Πρωτοπόρους την έπεσαν νωρίς για ύπνο στο Μουσείο – κοιτώνα τους. Καμιά τύψη, οι Ρώσοι Πρωτοπόροι κατηφόρισαν για την Αθήνα.
Κι έτσι, μετά τα διονυσιακά ντιριντάχτα, βγήκα στη Λαγκαδά που κανείς δεν τη λέει «λεωφόρο Μίκη Θεοδωράκη», όπως πλέον ονομάζεται επισήμως και, όταν ο οδηγός του Uber με ρώτησε πώς ήταν οι Thievery, απάντησα ανερυθρίαστα: γάμησαν. Την ίδια στιγμή το ίδιο έκανε και η Αργεντινή την Αγγλία.