Βρήκαμε μια νέα γάτα, κι αυτά είναι καλά νέα
Ένα αλμανάκ για την πόλη και τον κόσμο
Η Θεσσαλονίκη και οι ειδήσεις της, ο πλανήτης και οι δικές του ειδήσεις, προτάσεις ανάγνωσης, τέχνη, σινεμά, λέξεις, διήγημα... ακόμη και χρησμός!
Αυτή η στήλη γράφεται από έναν άνθρωπο που τις περισσότερες ώρες της ημέρας δεν πιστεύει πως είναι ικανός να γράφει αυτή τη στήλη — ή πως αξίζει να τη διαβάζει κανείς. Τις δε υπόλοιπες συνήθως κοιμάται. Είναι επίσης ο ίδιος άνθρωπος που πολύ φοβάται ότι στην πραγματικότητα ζούμε σε μάτριξ, καθώς μόνο έτσι μπορεί να εξηγήσει τα πράγματα που αδυνατεί να καταλάβει, είτε γιατί δεν έχει τις γνώσεις, ή έστω μια κάποια σχετική εποπτεία, είτε γιατί απλώς είναι (δηλαδή: αυτός πιστεύει πως είναι) ανεξήγητα.
Επίσης αυτός ο άνθρωπος δεν έχει ιδέα τι παναπεί συνείδηση. Συχνά-πυκνά, πάνω στη χαρά του, διαβάζει εκλαϊκευτικά άρθρα για το πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος: για τους νευρώνες, τα ηλεκτροχημικά σήματα, τη μνήμη, την αισθητηριακή επεξεργασία, τα σύνθετα δίκτυα… όλα αυτά. Και, μολονότι τα ξεχνά αμέσως μετά, ξέρει ένα πράγμα: πως ακόμα παραμένει εντελώς ασαφές το πώς από όλες αυτές τις φυσικές διεργασίες προκύπτει η υποκειμενική εμπειρία, δηλαδή το γεγονός ότι υπάρχει ένα «εγώ» που αισθάνεται, θυμάται, πονά, φοβάται και αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Π.χ., υποστηρίζει αυτή ή την άλλη ομάδα. (Στην περίπτωσή μας: τον Άρη).
Επίσης αυτός ο ίδιος άνθρωπος αντιδρά σφόδρα στη γενική άποψη ότι μια τεχνητή νοημοσύνη αποκλείεται να έχει συνείδηση επειδή, σε αντίθεση με εμάς, επεξεργάζεται tokens. Γιατί, ναι μεν τα tokens περιγράφουν τον μηχανισμό λειτουργίας ενός συστήματος, ουδεμία αντίρρησις, αλλά δεν αποδεικνύουν αν υπάρχει ή όχι υποκειμενική εμπειρία. Άδικο έχει; Αν μη τι άλλο, το ίδιο ισχύει και για τους νευρώνες: η γνώση του μηχανισμού δεν εξηγεί από μόνη της την εμφάνιση της συνείδησης. You feel me?
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό —και βέβαια ακόμα πιο περίπλοκο— αν φανταστούμε μια εξωγήινη νοημοσύνη. Θα μπορούσε ασφαλώς να διαθέτει εγκέφαλο και αισθήσεις παρόμοιες με τις δικές μας, όπως στο σύνολο των έργων επιστημονικής φαντασίας, οπότε θα ήταν σχετικά εύκολο να της αποδώσουμε συνείδηση. Θα μπορούσε όμως να λειτουργεί σαν —πέστε— συλλογικό σύστημα, χωρίς ατομικό εγκέφαλο και χωρίς σαφή αίσθηση προσωπικού «εγώ»· θα μπορούσε επίσης να σκέφτεται με τρόπο τόσο διαφορετικό ώστε να μην έχουμε καν τις κατάλληλες έννοιες για να τον περιγράψουμε. Να ήταν τελείως ούφο.
Σε κάθε περίπτωση, εάν η συνείδηση δεν απαιτεί αποκλειστικά βιολογικό υπόστρωμα, αλλά εξαρτάται από την πολυπλοκότητα και την οργάνωση του συστήματος —όπως η αυτοαναφορά, η ολοκλήρωση πληροφοριών, η μνήμη και η διατήρηση ενός μοντέλου εαυτού— τότε η τεχνητή συνείδηση είναι «φιλοσοφικά» υπερασπίσιμη, με το συμπάθειο. Η αναγνώρισή της, ωστόσο, προσκρούει σε έναν ανθρωποκεντρικό διπλό πήχη. Ενώ στους άλλους ανθρώπους εικάζουμε την ύπαρξη εσωτερικής ζωής βάσει αναλογίας και συμπεριφοράς (κυρίως επειδή ο άλλος μάς μοιάζει), από μια μηχανή απαιτούμε αυστηρότερες αποδείξεις. Παράλληλα, παραγνωρίζουμε ότι ένας άλλος νους μπορεί να μη διαθέτει ενιαίο εαυτό, ανθρώπινα συναισθήματα ή γραμμική αντίληψη του χρόνου. Μπορεί να «σκέφτεται» σε άλλες διαστάσεις.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ένα σύστημα υπολογίζει με tokens, αν έχει βιολογικό εγκέφαλο ή αν σκέφτεται όπως ο Homo sapiens ή οι εξωγήινοι του Star Trek. Το πραγματικό σύνορο βρίσκεται ανάμεσα στην επεξεργασία πληροφοριών που συνοδεύεται από υποκειμενική εμπειρία και σε εκείνη που στερείται αυτό που λέμε εσωτερική ζωή. Ή κάπως έτσι.
Στ’ αλήθεια, αυτός ο άνθρωπος δεν έχει ιδέα. Απλώς μένει στην πόλη. Αλλά για πόσο ακόμα;
Τα γκράφιτι που έγιναν αρχείο της Θεσσαλονίκης
Ο Ορέστης Πάγκαλος ασχολείται με το γκράφιτι από το 1993, πρώτα ως δημιουργός και στη συνέχεια ως ερευνητής και συλλέκτης. Στην έκθεση «Orestis Pangalos. Έργα, γκράφιτι, αρχείο», που παρουσιάζεται έως τις 4 Οκτωβρίου στο Πειραματικό Κέντρο Τεχνών του MOMus, στο λιμάνι, συγκεντρώνει έργα, φωτογραφίες, έντυπα, αντικείμενα και άλλα τεκμήρια από τρεις δεκαετίες. Το υλικό καταγράφει μαζί με τα γκράφιτι και τις επιφάνειες που τα φιλοξένησαν. Τοίχους που βάφτηκαν ξανά, κτίρια που γκρεμίστηκαν, εγκαταλειμμένους χώρους που απέκτησαν άλλη χρήση, κομμάτια του σιδηροδρομικού και βιομηχανικού τοπίου, δρόμους πριν από τις αναπλάσεις τους. Στις φωτογραφίες βλέπουμε μια Θεσσαλονίκη των τελευταίων τριάντα χρόνων που έχει εν μέρει εξαφανιστεί. Ο ίδιος ο Πάγκαλος αντιμετωπίζει το αρχείο ευρύτερα από μια συλλογή φωτογραφιών streetart. Στην έκθεση συνυπάρχουν αποκόμματα του αστικού τοπίου, εκδόσεις, συλλογές και αντικείμενα. Το MOMus τα περιγράφει σαν διαφορετικές εκδοχές μνήμης, «σαν μνημεία». Ένα γκράφιτι μπορεί να κρατήσει μερικές ώρες ή μερικά χρόνια. Η φωτογραφία του μένει για πάντα.
Η Θεσσαλονίκη κοιτάζει προς τα δυτικά
Επί δεκαετίες, όταν η Θεσσαλονίκη μεγάλωνε, μεγάλωνε κυρίως προς τα ανατολικά. Καλαμαριά, Πυλαία και Θέρμη συγκέντρωσαν τον μεγαλύτερο όγκο των κατοικιών, των εμπορικών δραστηριοτήτων και των νέων υποδομών, ενώ στα δυτικά παρέμεναν ο σιδηρόδρομος, το λιμάνι, μεγάλες βιομηχανικές εκτάσεις και πυκνοκατοικημένες συνοικίες με σαφώς φτωχότερη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση. Ο χάρτης των έργων που σχεδιάζονται σήμερα είναι εντελώς διαφορετικός. Η δυτική επέκταση του μετρό περιλαμβάνει τους Αμπελόκηπους, τη Μενεμένη, τον Εύοσμο και το Κορδελιό. Ο Δυτικός Προαστιακός επανέρχεται στον σχεδιασμό των σιδηροδρομικών μετακινήσεων. Η σύνδεση του 6ου προβλήτα με το σιδηροδρομικό δίκτυο έχει πρωτεύουσα σημασία. Στον Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό έχει δρομολογηθεί ανακαίνιση των βασικών χώρων, με παρεμβάσεις και στην προσβασιμότητα. Κανένα από όλα αυτά δεν δικαιολογεί πανηγυρισμούς. Άλλα έργα βρίσκονται σε κατασκευή, άλλα σε σχεδιασμό και άλλα έχουν ταλαιπωρηθεί επί χρόνια από εξαγγελίες και καθυστερήσεις. Αρκεί όμως να τα βάλει κανείς πάνω στον ίδιο χάρτη για να δει πού βρίσκεται ένα μεγάλο κομμάτι των εκκρεμοτήτων της πόλης: δυτικά από το Βαρδάρι. Κάτι επιτέλους αλλάζει.
Η Νέα Παραλία γεμίζει εθελοντές
Σήμερα Σάββατο, γίνεται στη Νέα Παραλία το 7ο Connected We Stand Festival. Συμμετέχουν δεκάδες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και εθελοντικές ομάδες, με δράσεις που εκτείνονται από το περιβάλλον και την κοινωνική αλληλεγγύη έως τον αθλητισμό και την εκπαίδευση. Χθες προηγήθηκε μία επιστημονική συνάντηση για τη συνεργασία της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών. Οι περισσότερες από αυτές τις ομάδες εμφανίζονται στη δημόσια συζήτηση μόνο όταν συμβεί κάτι, συνήθως όχι καλό: μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα, μια ανάγκη για τρόφιμα ή αίμα, μια περιβαλλοντική κινητοποίηση. Στην καθημερινότητα η δουλειά τους είναι σχεδόν αόρατη: οι εθελοντές εκπαιδεύονται, οργανώνουν δίκτυα, συγκεντρώνουν χρήματα και υλικά, φροντίζουν ανθρώπους και ζώα, καθαρίζουν χώρους, οργανώνουν πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις. Ένα φεστιβάλ με περίπου εκατό τέτοιες οργανώσεις στον ίδιο χώρο λειτουργεί και σαν πρόχειρη απογραφή αυτού του δικτύου. Δίπλα στη δημοτική και κρατική υποδομή της Θεσσαλονίκης υπάρχει μια δεύτερη, εν μέρει άτυπη: άνθρωποι που οργανώνονται για να καλύψουν ανάγκες χωρίς να περιμένουν πρώτα να δημιουργηθεί ένας θεσμός.
Συνεχίζεται η λειτουργία του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle
Σε μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την ελληνική ομογένεια στη Γερμανία και το ελληνόφωνο κοινό παγκοσμίως, η αρχική απόφαση για τον τερματισμό της λειτουργίας του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle (DW) ανατρέπεται, εξασφαλίζοντας τη συνέχιση της παρουσίας του. Η απόφαση για τη διατήρηση του τμήματος ήρθε μετά από έντονες κινητοποιήσεις φορέων, δημοσιογραφικών ενώσεων και προσωπικοτήτων, που τόνισαν τον ιστορικό ρόλο και τη σταθερή προσφορά της DW στην έγκυρη ενημέρωση. Με τη θετική αυτή τροπή, το ελληνικό πρόγραμμα θα συνεχίσει να προσφέρει αντικειμενική κάλυψη της επικαιρότητας, διατηρώντας έναν ισχυρό δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στη Γερμανία, την Ελλάδα και τη διασπορά.
Ο καινούργιος αγριόγατος ζούσε για έναν χρόνο σαν κατοικίδιο
Το 2016 ένας άντρας στη Βολιβία βρήκε ένα μικρό γατάκι κοντά σε δάσος και το πήρε σπίτι του. Έπειτα από περίπου έναν χρόνο κατάλαβε ότι το ζώο δεν συμπεριφερόταν σαν οικόσιτη γάτα —είχε λίγα νεύρα παραπάνω— και το παρέδωσε σε ένα καταφύγιο άγριας ζωής. Εκεί το είδε η βιολόγος Πάολα Νογκάλες-Ασκαρούνς. Φωτογράφισε το μικρό, στικτό αιλουροειδές, το εξέτασε, και αρχικά το θεώρησε μέλος ήδη γνωστού είδους. Δέκα χρόνια αργότερα, η γενετική ανάλυση έδωσε διαφορετική απάντηση. Το ζώο ανήκει σε ένα ξεχωριστό είδος, το Leopardus tilcayo, όπως το ονόμασαν, που ζει στα δάση νεφών των Γιούνγκας στις ανατολικές πλαγιές των Άνδεων. Είναι η πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα που περιγράφεται ένα εντελώς νέο ζωντανό είδος αιλουροειδούς. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Current Biology. Το καινούργιο γατί έχει μήκος περίπου 45 εκατοστά χωρίς την ουρά και φτάνει το 1,3 κιλό όλο κι όλο — είναι πολύ μικρότερο από μια συνηθισμένη οικόσιτη γάτα. Η γενετική ανάλυση έδειξε ότι η εξελικτική γραμμή του χωρίστηκε από συγγενικά αιλουροειδή πριν από περίπου 1,4 εκατομμύρια χρόνια. Για τη ζωή του στη φύση δεν γνωρίζουμε το παραμικρό. Οι ερευνητές τοποθετούν τώρα φωτοπαγίδες στα Γιούνγκας για να βρουν τα υπόλοιπα. Έχουμε μεγάλη ανάγκη από νέες γάτες, και από όλες τις παλιές.
¤ ¤ ¤
Φίλοι αναγνώστες, σας ευχαριστούμε θερμά που μπαίνετε στον κόπο να μας διαβάζετε. Θερμότατες βέβαια ευχαριστίες οφείλουμε και στους αγαπημένους φίλους που γράφουν εδώ: όπως πάντα, έχουμε βιβλίο (από τον καλό βιβλιοπώλη της πόλης μας Ευριπίδη Κωνσταντινίδη), παιδικό βιβλίο (από την εκπαιδευτικό, ερευνήτρια και κριτικό Ματίνα Κυριαζοπούλου), κλασικές ταινίες (από τον γιατρό Γιώργο Παππά), έργα τέχνης (από τη μεταφράστρια και επιμελήτρια Χρύσα Φραγκιαδάκη), ιστορία ελληνικών λέξεων (από τον πολύπειρο μεταφραστή Τάκη Δρεπανιώτη), και ένα μετααποκαλυπτικό αφήγημα σε συνέχειες (από τον καλό φίλο Στέλιο Ιατρού). Και, επίσης όπως πάντα στο τέλος, έναν Nordic χρησμό στιγμής. Μην αμελήσετε να μάθετε το μέλλον σας.
ΥΓ. Στείλτε μας με ένα μέιλ φωτογραφίες της πόλης που τραβήξατε εσείς, με τα στοιχεία σας, για να τις βάζουμε εδώ, σαν εξώφυλλο.
¤ ¤ ¤
Λέξεις, από τον Τάκη Δρεπανιώτη
Πόσα είναι τα χιλιάρικα στα δυο δισεκατομμύρια;
Δυο εκατομμύρια, θα σκεφτεί αμέσως ο καθένας. Χωρίς καν να κοντοσταθεί στο αρχικό δις-, που σημαίνει «δυο φορές». Και χωρίς να σκεφτεί σε ποια χρονιά βρίσκεται. Γιατί πριν από το 1834 δεν θα είχε ξαναδεί τη λέξη δισεκατομμύριο. Τότε ο Δ. Δασκαλόπουλος, στη Στοιχειώδη Αριθμητική της Σχολής Ευελπίδων, αναφέρει —πιθανότατα για πρώτη φορά σε ελληνικό βιβλίο— ότι ένα δισεκατομμύριο είναι χίλια εκατομμύρια, και ένα τρισεκατομμύριο χίλια δισεκατομμύρια. Είναι η μικρή κλίμακα: κάθε καινούργια ονομασία μεγάλου αριθμού είναι χίλιες φορές η προηγούμενη. Ίσως να μην ξέραμε ούτε το εκατομμύριο. Η λέξη άρχισε να εξαπλώνεται, πολύ αργά, μετά το 1805, όταν ο Κοραής έγραψε για το «βάρβαρον μιλλιούνιον, το οποίον τι μας εμποδίζει να ονομάσωμεν εκατομμύριον».
Το μιλλιούνι όμως κάθε άλλο παρά νεόκοπο ήταν. Βρισκόταν ήδη στο περίφημο «γλιτζούνι», την Πρακτική Αριθμητική του Εμμανουήλ Γλυζωνίου, που πρωτοτυπώθηκε το 1568 στη Βενετία και γνώρισε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις. Κι από δημοτικά τραγούδια και λαϊκές φράσεις ξέρουμε ότι το «βάρβαρο» μιλλιούνι βρισκόταν επί αιώνες στο στόμα του λαού. Ο Ευγένιος Βούλγαρης, πάλι, στα Μαθηματικά Στοιχεία του 1767, δίδασκε τη μεγάλη κλίμακα: το μιλλιόνιον είναι η χιλιάδα των χιλιάδων, το διλλιόνιον το μιλλιόνιο των μιλλιονίων, το τριλλιόνιον το μιλλιόνιο των διλλιονίων. Είναι η μεγάλη κλίμακα: κάθε καινούργια ονομασία μεγάλου αριθμού είναι ένα εκατομμύριο φορές η προηγούμενη. Τα ονόματα αυτά, έλεγε, ακούγονται βάρβαρα στα ελληνικά αφτιά — αλλά είναι τόσο απλά και χρήσιμα, που δεν πρέπει να τα αποφεύγουμε.
Κι αν δεν είχε επικρατήσει το εκατομμύριο του Κοραή, ίσως η ερώτηση του τίτλου να μην ήταν καθόλου παγίδα. Θα σκεφτόμασταν ακόμη με μιλλιόνια και διλλιόνια. Και τότε, στα δυο διλλιόνια, θα είχαμε, πολύ απλά, δυο μιλλιόνια χιλιάρικα.
Τέχνη, από τη Χρύσα Φραγκιαδάκη
Τo βραδινό σχολείο: Διαφωτισμός επί τω έργω
Δεν θα ισχυριστώ ότι γνώριζα το «Βραδινό σχολείο» (De avondschool, 1786) του Ολλανδού Michiel Versteegh (1756-1843). Ζήτησα από την ΑΙ να βρει έργα με θέμα τη σχολική τάξη ή σκηνές διδασκαλίας γενικά, και, στη λίστα που μου έδωσε, αυτό τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Όχι μόνο για την ατμοσφαιρική αποτύπωση του σκοτεινού εσωτερικού χώρου υπό το φως των κεριών, αλλά και γιατί ο οπτικός συνειρμός με το Κρυφό Σχολειό (1885-1886) του Νικολάου Γύζη ήταν αναπόφευκτος. Οι δύο πίνακες, βέβαια, δεν απεικονίζουν την ίδια συνθήκη ούτε την ίδια ιστορική εποχή. Το ολλανδικό avondschool του 18ου αι. δεν ήταν «κρυφό», αλλά ιδιωτικό εσπερινό σχολείο, όπου έφηβοι και ενήλικοι μπορούσαν, επί πληρωμή, να διδαχθούν ανάγνωση, γραφή, αριθμητική και ξένες γλώσσες. Το θέμα του Φερστέιχ είναι σύγχρονο με την εποχή δημιουργίας του πίνακα: τα χρόνια του ώριμου ολλανδικού Διαφωτισμού, όταν η μόρφωση είχε ήδη αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης και πνευματικής ελευθερίας. Ο Γύζης, από την άλλη, τοποθετεί το δικό του μερικούς αιώνες πριν από τη δική του εποχή, στην περίοδο της πρώιμης Τουρκοκρατίας. Ωστόσο, πέρα από τις ιστορικές διαφορές και τη χρονική απόσταση, οι δύο εικόνες «συναντιούνται» τόσο εικαστικά όσο και θεματικά, στον διαχρονικό συσχετισμό του φωτός με τη γνώση, και του σκοταδιού με την αμάθεια.
Μεγάλα φιλμ, από τον Γιώργο Παππά
A Streetcar Named Desire / Λεωφορείον ο Πόθος (σκηνοθεσία Ελία Καζάν, 1951)
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1951 ξεκινά το κινηματογραφικό του δρομολόγιο το «Λεωφορείον ο Πόθος». Δύο από τις μεγαλύτερες ερμηνείες όλων των εποχών — η αδιανόητης λεπτομέρειας ευθραυστότητα και τραγικότητα της Βίβιαν Λι ως Μπλανς Ντιμπουά, μιας ξεπεσμένης ματαιόδοξης σημαδεμένης Σκάρλετ Ο’Χάρα, και απέναντι ο Μάρλον Μπράντο, να εισβάλει (εδώ ουσιαστικά συστήνεται) σαν θηρίο ανήμερο, να επιτίθεται στην οθόνη και τον θεατή. Και να δουλεύουν με αρχετυπικό θεατρικό του κορυφαίου πλάστη χαρακτήρων και μελοδράματος Τενεσί Ουίλιαμς, κι ο μέγας Ελία Καζάν να το βυθίζει όλο αυτό στην κάψα και την υγρασία της Νέας Ορλεάνης. Πού να φτάσουν οι λέξεις να πούμε για τους υποδειγματικούς δεύτερους Καρλ Μάλντεν, Κιμ Χάντερ ή για το jazz soundtrack του Άλεξ Νορθ…
Βιβλίο, από τον Ευριπίδη Κωνσταντινίδη
Σάλλυ Ρούνεϋ, «Ιντερμέτζο» (μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά, 576 σελίδες, Εκδόσεις Πατάκη)
Αν υπάρχει ένα κοινό στοιχείο σε όλους τους βασικούς χαρακτήρες της Ρούνεϋ αυτό είναι η μοναξιά. Στο «Ιντερμέτζο», αυτό το στοιχείο εξελίσσεται και περνά σε ένα άλλο επίπεδο, ακόμα πιο επιδραστικό και ως προς τους άλλους. Είναι όμως όλη η γραφή της Ρούνεϋ που εξελίσσεται σε κάθε βιβλίο της, με αποτέλεσμα το τελευταίο της μυθιστόρημα να είναι ένα μείγμα λυρισμού και ρεαλισμού. Κι όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με το χτίσιμο χαρακτήρων και να εμβαθύνει σε όσα τούς καθορίζουν, τους χωρίζουν αλλά και τους κάνουν ένα, τότε είμαστε σίγουροι ότι έχουμε στα χέρια μας ένα μικρό αριστούργημα.
Πέρα από το γεγονός ότι είναι αδέλφια, ο Πίτερ και ο Ίβαν Κούμπεκ ελάχιστα κοινά φαίνεται να έχουν μεταξύ τους. Ο Πίτερ είναι δικηγόρος στο Δουβλίνο, τριαντάρης, επιτυχημένος, άξιος και φαινομενικά άτρωτος. Όμως, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, χρειάζεται υπνωτικά για να κοιμηθεί και πασχίζει να διαχειριστεί τη σχέση του με δύο πολύ διαφορετικές γυναίκες – την παντοτινή πρώτη του αγάπη, τη Σύλβια, και τη Ναόμι, μια φοιτήτρια που αντιμετωπίζει τη ζωή σαν μια μεγάλη φάρσα. Ο Ίβαν είναι επαγγελματίας σκακιστής, είκοσι δύο ετών. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του κοινωνικά αδέξιο, μοναχικό, το αντίθετο από τον γοητευτικό και δημοφιλή μεγάλο του αδελφό. Διανύοντας τις πρώτες εβδομάδες του πένθους, ο Ίβαν γνωρίζει τη μεγαλύτερή του Μάργκαρετ, που κουβαλά το δικό της ταραχώδες παρελθόν, και συνδέονται ακαριαία και έντονα.
Παιδικό Βιβλίο, από τη Ματίνα Κυριαζοπούλου
Amelie Javaux (κείμενο), Annick Masson (εικονογράφηση), «Η μέρα που έγινα κι εγώ λύκος» (Αύγουστος 2021, μετάφραση Αντώνης Παπαθεοδούλου, 32 σελ. 24,3 x 27,5 εκατ., ηλικία 5+, Εκδόσεις Δεσύλλας)
Ένα ιδιαίτερα εύστοχο και ευαίσθητο βιβλίο για τον σχολικό εκφοβισμό, που μιλά στα παιδιά μέσα από την έξυπνη μεταφορά των λύκων. Η Σάρλοτ, θύμα μπούλινγκ της Άγκνες και της αγέλης της, μεταμορφώνεται προσωρινά σε «λύκο» για να προστατευτεί και επιτίθεται με τη σειρά της στον πιο αδύναμο, ανακαλύπτοντας τελικά πως η βία μάς πληγώνει όλους. Η ιστορία καλλιεργεί την ενσυναίσθηση και υπογραμμίζει την ανάγκη εμπιστοσύνης στους γονείς. Η εκφραστική εικονογράφηση της Annick Masson αποδίδει μοναδικά τον φόβο, την αγωνία και την εσωτερική πάλη της ηρωίδας.
THE GREAT QUIET, από τον Στέλιο Ιατρού
3. Gainsboro
The “Soothing Human Suffering Initiative Agreement” had been universally ratified at the UN. The Pulse was emitted roughly ten years later, on a Sunday, late May—soundless, felt more than heard, a pressure behind the eyes.
A woman beside me was mid-laugh on her phone; then, just dust. Her phone, still lit, dropped, cracked against the concrete, skipped once, clattered flat, then died.
People simply blinked out. Not screaming, not falling—dissipating, mid-stride, wafting away into fine grey ash the breeze carried off before it could settle.
Rule: Oblivion won’t wait for your grand finale; it will hit you right while folding laundry.
¤ ¤ ¤
ΥΓ. Πριν φύγετε, o χρησμός μας
Η μαντεία των ρούνων βασίζεται στο αρχαίο αλφάβητο των γερμανικών και σκανδιναβικών λαών, το Elder Futhark. Κάθε ένα από τα 24 σύμβολά του αντιπροσωπεύει συμπαντικές δυνάμεις, αρχέτυπα και έννοιες της καθημερινής ζωής. Στη σκανδιναβική παράδοση, το μέλλον δεν θεωρείται προκαθορισμένο, αλλά μία ροή πιθανοτήτων (Wyrd). Αντί να προλέγουν τη μοίρα, οι ρούνοι αποκαλύπτουν τις παρούσες ενέργειες και τις πιθανές συνέπειες των πράξεών μας. Γι' αυτό: σκεφτείτε κάτι που σας απασχολεί, πατήστε το σύμβολο, αφουγκραστείτε τα κρόταλα στη μαντική κούπα, και διαβάστε το αποτέλεσμα. Μην το κάνετε και δεύτερη φορά στη σειρά.