...για να τις μπερδέψουμε, φοράμε παράξενες φορεσιές, και μάσκες
Μια πόλη με παλιά μυστικά, τα δώρα των φίλων, και όλα τα καλά του κόσμου
Τι συμβαίνει μια μέρα σαν κι αυτή, και γιατί φοράμε μάσκες
Η νύχτα με τις μάσκες
Τελευταία μέρα του Οκτωβρίου, και με το ηλιοβασίλεμα το πέπλο που χωρίζει τους κόσμους λεπταίνει, εδώ κι εκεί κάνει ζάρες και τρύπες, κι από μέσα τους βλέπεις χέρια να τις τραβάν για να τις μεγαλώσουν, και σκελετούς κι άλλες μορφές σαβανωμένες να στριμώχνονται για να περάσουν στην από δω μεριά. Θέλουν να κάτσουν στο τραπέζι μας, έτσι για λίγο, για να θυμηθούν. Γιατί δεν γεννήθηκαν ούτε πλάστηκαν εκεί που γυρνάνε τώρα· αλλά εδώ, όπως κι εμείς. Θέλουν να κάτσουν στο τραπέζι μας, ή, αν μας δουν στον δρόμο, να μας μιλήσουν. Κάποιες λένε παλιές ιστορίες, κάποιες ακόμη παλιότερες, και κάποιες τις δικές μας ξεχασμένες, κρυμμένες ιστορίες.
Περίεργο πράγμα, γυρίσαμε εδώ με το τρένο. Οι ράγες ήταν ξεκολλημένες και σκουριασμένες, οι σανίδες σάπιες και γεμάτες κουφάρια από παλιό σαράκι, αλλά το τρένο πήγαινε ακόμα, όλο θόρυβο και παγωνιά σαν να κυλούσε μέσα σε ποτάμι. Περπατήσαμε την Εγνατία όπως την περπατούσαμε πάντα, με τα χέρια στις τσέπες, την τραγιάσκα στο κεφάλι, και μιλώντας χαμηλά-χαμηλά τα ισπανικά μας. Τα είχαμε φέρει εδώ τετρακόσια πενήντα χρόνια πριν, και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν τα καλοκαταλάβαιναν πια.
Μη μας κοιτάξετε στα μάτια. Έχουμε μόνο ό,τι μας άφησαν, ριγέ πανί, κόκαλα που είναι ένα σώμα, ένα νούμερο στον πήχη κεντημένο με μελάνι και αίμα. Αυτά. Και τι θυμόμαστε τώρα. Τι θυμόμαστε.
Λοιπόν στην πλατεία, Σάββατο πρωί, Ιούλιος, κάπου δέκα χιλιάδες άντρες όρθιοι στον ήλιο, άκου τώρα, ώρες, χωρίς καπέλο, χωρίς νερό, χωρίς τίποτα. Όποιος έπεφτε, του τσάκιζαν τη ράχη με το ραβδί για να σηκωθεί. Κάμποσοι δεν τα κατάφεραν. Τα μπαλκόνια γύρω, πάλι, γεμάτα. Κάποιοι κοίταξαν για λίγο, κάποιοι κλείσανε τα παντζούρια, κάποιοι —τους ξέρουμε έναν-έναν, δεν τους ξεχάσαμε· δεν ήταν δα και πολλοί— άνοιξαν την πόρτα τους το βράδυ και μας έκρυψαν στο υπόγειο. Τα μαγαζιά του άλλου κόσμου ήταν ανοιχτά, η αγορά κινούνταν σαν κανονική αγορά, κι οι πεθαμένοι, χιλιάδες και χιλιάδες, μια πόλη μέσα στην πόλη, τρίζαν τα κόκαλά τους και χτύπαγαν τα σαγόνια τους στα μνήματα από αλλοφροσύνη. Αλλά όχι για πολύ.
Ήρθαν με φτυάρια και με φορτηγά, και ξήλωσαν τα μάρμαρά μας, τα σύραν με τα άλογα και τα κουβάλησαν τέσσερις-τέσσερις στις πλάτες τους, κι αργότερα όλα τους βρέθηκαν, άκου τώρα, μέσα στους τοίχους, στις αυλές, στα σκαλιά, σε δρόμους που τους περπατάνε ο κόσμος κάθε μέρα, υλικά οικοδομών και οδοστρώσεως. Κι όταν φύγανε όλα τα μάρμαρα, χτίστηκαν τα αμφιθέατρα πάνω από τις τρύπες για τα μαθήματα των νέων και τις επιστήμες του ανθρώπου, κι εμείς ακούμε ακόμα τις διαλέξεις, χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, μεγάλοι και μικροί, παππούδες, θείες και παιδιά. Μεγάλα λόγια, μεγάλα μαθήματα.
Και στα σπίτια μας βέβαια μπήκαν άλλοι, και ζεστάθηκαν στα τζάκια μας, και κοιμήθηκαν στα κρεβάτια μας, και κοίταξαν τον ουρανό από τα παράθυρά μας να δουν αν το πάει για βροχή. Έτσι πάνε αυτά άρα, τι να πεις. Δεν κρατάμε κακία. Μακάρι μόνο να το ξέρανε και τα παιδιά τους.
Τι άλλο; Α, το λιμάνι έκλεινε τα Σάββατα, γιατί οι μισοί φορτωτές ήμασταν εμείς, άκου τώρα. Και μια ολόκληρη συνοικία, και βάλε, σταματούσε τη δουλειά μία μέρα τη βδομάδα, μα σ’ έναν χρόνο ξέχασε πως το έκανε. Άκου τώρα…
Τι; Τι θέλουμε; Τίποτα. Να μας πείτε μονάχα με τα ονόματά μας. Αυτό ίσως. Αλτσέχ, Μόλχο, Καμχή, Μοδιάνο, Σαλτιέλ, Ναχμίας, Μπαρούχ. Ο καθένας μας είχε ένα όνομα, όλος ο κόσμος έχει, αυτό δα έλειπε, και μια δουλειά που τον ζούσε, και μια σκάλα που τη σκούπιζε το πρωί, και μια φωνή που φώναζε τα παιδιά για φαγητό το βράδυ γιατί είχαν ιδρώσει στον δρόμο, νισάφι. Σαράντα έξι χιλιάδες φωνές, σαράντα έξι χιλιάδες ονόματα. Αυτά. Αυτά.
Μα, άκου τώρα, νύχτωσε, και οι τρύπες θα κλείσουν, κι εμείς θα φύγουμε πάλι. Μόνο αν θες αύριο, που θα περάσετε από την πλατεία, βιαστικοί —και πώς να μη βιάζεται ο ζωντανός; αυτό δα έλειπε—, σταθείτε ίσως για μια στιγμή, κοιτάξτε γύρω σας, και ρωτήστε τον αέρα ποιος λείπει. Και γιατί. Ναι; Όχι; Όχι, ε;
Ας μένει ο λόγος. Κάντε ό,τι σάς φωτίσει ο Θεός, εμείς τώρα φεύγουμε, ο χρόνος μας τελείωσε, πάμε εκεί που πρέπει να βρεθούμε, γυρνάμε στο Στοιχειωμένο.
Με το ηλιοβασίλεμα σήμερα, το πέπλο που χωρίζει τους κόσμους λεπταίνει, κι εδώ κι εκεί κάνει ζάρες και τρύπες. Και για να τις μπερδέψουμε, εμείς, πριν να ξανακλείσουν, φοράμε παράξενες φορεσιές, και μάσκες.
¤ ¤ ¤
Λοιπόν. Αυτά. Πάμε παρακάτω. Πάμε να δούμε τα θέματά μας. Μα πρώτα μια ματιά στην πόλη, γιατί και πώς αλλιώς:
Το Σάββατο ξεκινά με βροχή, πυκνές νεφώσεις και αρκετή υγρασία στην πόλη. Τώρα το πρωί θα έχουμε 13-14 βαθμούς, αλλά η θερμοκρασία θα ανέβει το μεσημέρι στους 17. Για αύριο Κυριακή προβλέπεται επίσης άστατος καιρός. Δεν πειράζει. ¤ ¤ ¤ Το Μετρό λειτουργεί σήμερα με το διευρυμένο σαββατιάτικο ωράριο, από τις 05:15 έως τις 02:00 μετά τα μεσάνυχτα. ¤ ¤ ¤ Σήμερα ξεκινούν ή συνεχίζονται και ένα σωρό εκδηλώσεις για όλα τα γούστα. Στο Ράδιο Σίτυ έχουμε το 1ο Thess Youth Festival. Στη Σουρωτή το πρώτο Χειμερινό Πανηγύρι, μια διήμερη διοργάνωση που συνδέεται με την εορτή των Αγίων Αναργύρων εκ Συρίας. Έχουμε ακόμη το Φεστιβάλ Φωτογραφίας «Contrast / Αντίθεση», με εκθέσεις και δράσεις σε διαφορετικούς πολιτιστικούς χώρους της πόλης. Στο Μέγαρο, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης παρουσιάζει στις 20:30 τη συναυλία «Εμπνευσμένα από τον Μπετόβεν». Στο Αρχαιολογικό Μουσείο έχουμε τη δωρεάν μουσική εκδήλωση «Liens: 1.000 χρόνια μουσικής για φλάουτο και φωνή». Στο PrincipalClub Theater, στην περιοχή του Μύλου, εμφανίζονται οι Coroner. Στην Αγιορειτική Εστία συνεχίζεται η έκθεση «Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Θρέμμα του Άθω», που εγκαινιάστηκε στις 26 Οκτωβρίου και θα διαρκέσει έως τις 23 Ιανουαρίου 2027. Στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών τού ΑΠΘ παρουσιάζεται η έκθεση «Απο-τύπωμα τέχνης: Η καλλιτεχνική τυπογραφία», που εγκαινιάστηκε στις 27 Οκτωβρίου. Η Θεατροφρένεια Καλαμαριάς παρουσιάζει στο Θέατρο Σοφούλη την παράσταση «Υγρό Μάρμαρο», σε σκηνοθεσία Άννας Δήμου. ¤ ¤ ¤ Για τις οικογένειες με παιδιά, το ΝΟΗΣΙΣ διοργανώνει σήμερα στις 17:00-18:30 το εργαστήριο «Slime Time: Halloween Edition», με πειράματα, υλικά και δραστηριότητες εμπνευσμένα από το Halloween. Το πρόγραμμα απευθύνεται σε παιδιά από την Γ΄ έως τη ΣΤ΄ Δημοτικού και συνεχίζεται αύριο Κυριακή με δύο ακόμη εργαστήρια, στις 12:00-13:30 και στις 15:00-16:30. Στο Κοσμοθέατρο και στο Πλανητάριο συνεχίζονται επίσης οι προβολές επιστημονικών ταινιών, ενώ στο εκθεσιακό πρόγραμμα έχει προστεθεί η περιοδική έκθεση «Τα Εργαλεία που Άλλαξαν τον Κόσμο». Στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα αρχίζει σήμερα στις 11:00 νέος κύκλος εργαστηρίων κόμικς για παιδιά ηλικίας 6-12 ετών. ¤ ¤ ¤ Δύο ιστορικοί περίπατοι έχουν προγραμματιστεί για σήμερα στην Άνω Πόλη και στην περιοχή ανατολικά των τειχών. Στις 10:00, το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης διοργανώνει διαδρομή με αφετηρία το Κοιμητήριο της Ευαγγελίστριας. Η περιήγηση περιλαμβάνει το Ισλαχανέ, τα Κοιμητήρια Διαμαρτυρομένων και Αρμενίων, το Νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος, τους Κήπους του Πασά και το Αγίασμα του Αγίου Παύλου. Στις 10:30, η Γ΄ Δημοτική Κοινότητα έχει προγραμματίσει τρίωρη δωρεάν ξενάγηση στην Άνω Πόλη, με αφετηρία την είσοδο του Επταπυργίου. ¤ ¤ ¤ Στον Λαγκαδά έχει προγραμματιστεί για σήμερα ο διεθνής αγώνας ατομικής χρονομέτρησης γυναικών International Ladies Time Trial, στο πλαίσιο των αγώνων Μέγας Αλέξανδρος 2026. ¤ ¤ ¤ Αύριο Κυριακή, η είσοδος στα δημόσια αρχαιολογικά μουσεία και στους αρχαιολογικούς χώρους είναι δωρεάν.
¤ ¤ ¤
Και πάμε τώρα στις σταθερές στήλες μας. Έχουμε λοιπόν, όπως κάθε Σάββατο, την ιστορία μιας ελληνικής λέξης (από τον πολύπειρο μεταφραστή Τάκη Δρεπανιώτη), ένα έργο τέχνης (από τη μεταφράστρια και επιμελήτρια Χρύσα Φραγκιαδάκη), μια κλασική ταινία (από τον γιατρό Γιώργο Παππά), βιβλίο (από τον καλό βιβλιοπώλη της πόλης μας Ευριπίδη Κωνσταντινίδη), παιδικό βιβλίο (από την εκπαιδευτικό, ερευνήτρια και κριτικό Ματίνα Κυριαζοπούλου), και ένα μετααποκαλυπτικό αφήγημα σε συνέχειες (από τον καλό φίλο Στέλιο Ιατρού). Και, επίσης όπως πάντα στο τέλος, έχουμε και τον ωραιότατο Nordic χρησμό μας: μία Βίκινγκ νότα ανορθολογισμού. Διαβάστε όμως πρώτα τούς καλούς φίλους που ομορφαίνουν τη στήλη μας. Νά τι έχουν να μας πουν:
¤ ¤ ¤
Λέξεις, από τον Τάκη Δρεπανιώτη
Αχνιστή, γλυκιά και μυρωδάτη
Μπουγάτσα. Ζεστή από τον φούρνο, με την κρέμα της να αχνίζει. Κομμένη μαστορικά σε τετράγωνες μπουκιές και σκεπασμένη πλούσια με άχνη και κανέλα.
Λίγοι την απολαμβάνουν με τη σκέψη στον μακρινό πρόγονό της κατά τα λεξικά, τη βορειοϊταλική φοκάτσια (από το focus, «εστία, φωτιά»). Μια απλή πίτα στη χόβολη. «Λειψόπιττα» λέει την «πογάτσα» το 1643 στη Βενετία ο Κρητικός Αγάπιος Λάνδος στα Γεωπονικά του.
Η ψωμένια «λιχουδιά» εξαπλώθηκε γρήγορα, με παραλλαγές από τόπο σε τόπο. Ταξίδεψε με μπάρκα ώς τη Γαλλία και την Ιβηρική. Οι νότιοι Σλάβοι την είπαν —και τη λένε ακόμα— πογκάτσα. Έτσι την είπαν και οι γείτονες Ούγγροι και Αυστριακοί, έτσι την πήραν και οι Οθωμανοί που την έφεραν ώς την Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη και στην Καππαδοκία.
Στην Κωνσταντινούπολη η boğaça έγινε δημοφιλές αρτοσκεύασμα. Με γεμίσεις, παραλλαγές, ακόμα και ζαχαρωμένη. Εκεί, ανάμεσα σε μπουρέκια και γιούφκες και μπακλαβάδες, η ψωμένια μπογάτσα παντρεύτηκε το λεπτό φύλλο.
Στον ελλαδικό χώρο η μπουγάτσα εξαπλώνεται μετά το ’22. Μπουγατσάδες από τη Μικρασία τη διαδίδουν σε όλη την Ελλάδα. Γίνεται φημισμένη στις Σέρρες και τη Θεσσαλονίκη, στήνει διάσημα στέκια στο Ηράκλειο και στα Χανιά — ακόμα και οι Αθηναίοι μάθαμε από καλή μπουγάτσα. Που την αποζητούν τώρα και οι ξένοι επισκέπτες μας.
Τέχνη, από τη Χρύσα Φραγκιαδάκη
Triumph of Death: Dance me to the end of love
Στις 18 Απριλίου 1944, στις Βρυξέλλες όπου κρυβόταν κυνηγημένος από τους ναζί, ο Γερμανοεβραίος ζωγράφος Felix Nussbaum (1904-1944) ολοκλήρωσε τον τελευταίο γνωστό πίνακά του, «Triumph des Todes (Die Gerippe spielen zum Tanz)» [Ο θρίαμβος του θανάτου (Οι σκελετοί παίζουν για τον χορό)]. Την ημερομηνία τη γνωρίζουμε από ένα σκισμένο φύλλο ημερολογίου ζωγραφισμένο στην κάτω άκρη του πίνακα.
Με εμφανή επιρροή από τη μεσαιωνική παράδοση του Danse Macabre, ο πίνακας απεικονίζει με συγκλονιστικούς συμβολισμούς και καθηλωτική εικαστική δύναμη τη φρίκη, την απανθρωποποίηση και την καταστροφή των πάντων από τον εφιάλτη του ναζισμού. Μέσα σε ένα τοπίο Αποκάλυψης, σκελετοί παίζουν μουσικά όργανα πατώντας στα συντρίμμια του Δυτικού πολιτισμού: αρχαία αγάλματα, μεταξύ των οποίων αυτό της θεάς της Δικαιοσύνης, βιβλία, παρτιτούρες, παλέτες ζωγραφικής, χάρτες, αυτοκίνητα, ρολόγια, φιλμ, τηλέφωνα — όλα σκισμένα, σπασμένα, σκουριασμένα, τσακισμένα. Στον ουρανό πετούν χαρταετοί με ανθρωπόμορφες εκφράσεις τρόμου και πολεμικά αεροπλάνα. Κάποιοι μελετητές αναγνωρίζουν στη μορφή πίσω από τη λατέρνα τον ίδιο τον ζωγράφο: όχι ακόμη σκελετό, αλλά πάντως αποστεωμένο και σε αποσύνθεση, σαν να βλέπει ήδη τον εαυτό του ανάμεσα στους νεκρούς — κάτι που επαληθεύτηκε τραγικά δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση του έργου: ο Νουσμπάουμ και η γυναίκα του, επίσης ζωγράφος, Φέλκα Πλάτεκ συνελήφθησαν ύστερα από καταγγελία και απελάθηκαν με το τελευταίο τρένο εκτοπισμένων από το Βέλγιο στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου, όπου δολοφονήθηκαν.
Χρόνια αργότερα, το εφιαλτικό σκηνικό του πίνακα θα συναντηθεί απροσδόκητα με ένα άλλο έργο: το τραγούδι «Dance me to the end of love» του Λέοναρντ Κοέν, που γεννήθηκε από όσα ο ίδιος είχε μάθει για τους μουσικούς κρατουμένους οι οποίοι εξαναγκάζονταν να παίζουν κλασική μουσική δίπλα στους θαλάμους αερίων ενόσω οι συγκρατούμενοί τους εξοντώνονταν.
Μεγάλα φιλμ, από τον Γιώργο Παππά
Bright Star
Bright Star (σκηνοθεσία Jane Campion, 2009)
31 Οκτωβρίου του 1795 είχε γεννηθεί ο John Keats, ο ποιητής που έζησε μόνο 26 χρόνια ελέω φυματίωσης αλλά βασικά ζει παντοτινά μέσα από όσα έγραψε αλλά και από την απεικόνισή του στο «Bright Star», που ίσως και να είναι η σημαντικότερη απεικόνιση του ρομαντισμού μιας άλλης εποχής στην οθόνη. Το διστακτικό ρομάντσο ενός φτωχού ντροπαλού ποιητή και μιας ορμητικής νεαρής από καλή οικογένεια, της Fanny Brawne, κόσμοι ολόκληροι ανάμεσά τους και τελικά η φυματίωση και ο θάνατος. Αλλά μένει πάντα το Awake for ever in a sweet unrest του σονέτου που έγραψε γι’ αυτήν, και μένουν τα κορεσμένα χρώματα της ταινίας, χρώματα φύσης, αντιθέσεων, σκοταδιού, και η λεπτεπίλεπτη φροντίδα της Jane Campion και οι ευγενείς φυσιογνωμίες του Ben Whishaw και της Abbie Cornish. And watching, with eternal lids apart.
Βιβλίο, από τον Ευριπίδη Κωνσταντινίδη
Ιστορίες φαντασμάτων
Σίρι Χούστβεντ, «Ιστορίες φαντασμάτων» (μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη, Εκδόσεις Πατάκη)
Ένα βιβλίο που διαβάζεται από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα με έναν κόμπο στο στομάχι. Τα απομνημονεύματα της σπουδαίας συγγραφέως Σίρι Χούστβεντ με επίκεντρο την απώλεια του συζύγου της, του τεράστιου Πολ Όστερ. Ένα βαθιά στοχαστικό βιβλίο για τη μνήμη, τον έρωτα, το πένθος αλλά και την αγάπη, τη συντροφικότητα και το αναπόφευκτο τέλος. Πώς οι αναμνήσεις λειτουργούν σαν φαντάσματα που μας στοιχειώνουν, αλλά παράλληλα λειτουργούν και παρηγορητικά για αυτούς που μένουν πίσω. Ένας σπαρακτικός ύμνος για τον απόλυτο έρωτα μέσα από την απώλεια.
Παιδικό Βιβλίο, από τη Ματίνα Κυριαζοπούλου
Το ξύπνημα του Δράκου
Jérôme Pélissier (κείμενο), Carine Hinder (εικονογράφηση), «Ομίχλη. (1) Το ξύπνημα του Δράκου» (μετάφραση Κέλλυ Δημοπούλου, 72 σελ., διαστάσεις 17×24, ημερομηνία έκδοσης 24/9/2026, ηλικία 7+, Εκδόσεις Ψυχογιός).
Ο πρώτος τόμος της σειράς graphic novel με ηρωίδα μια μικρή μαγισσούλα είναι μια απολαυστική περιπέτεια φαντασίας, γεμάτη χιούμορ, δράση και μαγεία. Η μικρή Ομίχλη, που ξεχωρίζει για τον δυναμικό χαρακτήρα, την αποφασιστικότητα και την αστείρευτη αυτοπεποίθησή της, παρασύρει τον αναγνώστη σε έναν κόσμο γεμάτο ξόρκια, δράκους και ανατροπές. Η σχέση της με τον φίλο της Ουγκό και τον Ουμπέρ, το γουρουνάκι, προσθέτει πινελιές ζεστασιάς και απολαυστικές στιγμές στην εξέλιξη της πλοκής. Η ιστορία του Πελισιέ ξεχωρίζει για τον γρήγορο ρυθμό και το έξυπνο χιούμορ της, ενώ η τρυφερή και λεπτομερής εικονογράφηση της Χίντερ δημιουργεί ένα γοητευτικό σύμπαν. Μια διασκεδαστική σειρά για μικρούς αναγνώστες που αγαπούν τη φαντασία και την περιπέτεια.
THE GREAT QUIET, από τον Στέλιο Ιατρού
9. Senate House
I moved to the library—the vast Bloomsbury one, marble and menace, a veritable Ministry of Truth.
All parts of the House were repeated many times; any place was another place. The House was the same size as the world; or rather it was the world. An infinite labyrinth: no doors, no locks, no monster; every thought looping back on itself.
It was all mine now, green lamps still glowing. Instantly, I feared it might go up in flames; I wouldn’t know what to salvage first, or fifth. Myself?
Rule: “Would you believe it, Ariadne? said Theseus. The Minotaur scarcely defended himself.”
ΥΓ. Πριν φύγετε, o χρησμός μας
Η μαντεία των ρούνων βασίζεται στο αρχαίο αλφάβητο των γερμανικών και σκανδιναβικών λαών, το Elder Futhark. Κάθε ένα από τα 24 σύμβολά του αντιπροσωπεύει συμπαντικές δυνάμεις, αρχέτυπα και έννοιες της καθημερινής ζωής. Στη σκανδιναβική παράδοση, το μέλλον δεν θεωρείται προκαθορισμένο, αλλά μία ροή πιθανοτήτων (Wyrd). Αντί να προλέγουν τη μοίρα, οι ρούνοι αποκαλύπτουν τις παρούσες ενέργειες και τις πιθανές συνέπειες των πράξεών μας. Γι' αυτό: σκεφτείτε κάτι που σας απασχολεί, πατήστε το σύμβολο, αφουγκραστείτε τα κρόταλα στη μαντική κούπα, και μάθετε τι σάς απαντούν οι… αυτοί που απαντούν, τέλος πάντων. Μην το κάνετε και δεύτερη φορά στη σειρά.