«Γλοικοτεχνία» είναι το σπορ, η τέχνη, το ίρτζι των Τριανταφυλλίδηδων και φλάσμπακ: Ροδίνια οι Μικρασιάτες, κι έτσι κατ’ επέκταση όλοι οι Θεσσαλονικείς που κρατούν από κούνιες που κατέφθασαν από τις Χαμένες Πατρίδες, κερνούν στις μεγάλες χαρές, στις μεγάλες γιορτές, σε γάμους, βαφτίσεις ή σε μεγάλες αργίες. Καθώς τα λέμε με τον Ιορδάνη, την Άννα και τον Χρήστο, μαθαίνω ότι η οικογένεια επέκτεινε την κλασική γεύση, λανσάροντας και ροδίνια με λεμόνι, ροδίνια με κάστανο, ροδίνια καραμέλα, καπουτσίνο, φιστίκι, ροδίνια επικά, και όχι μόνο ροδίνια. Γιατί σ’ αυτό το ζαχαροπλαστείο, ντουετάκι με τα διάσημα, καραδοκούν και οι εξίσου ξακουστοί μπεζέδες τους. Άλλη αμαρτία οι μπεζέδες, όπως και οι μπεζεδότουρτες, άσπρες λαχταριστές μπεζεδότουρτες με Χιώτικη μαστίχα, εδέσματα που, όπως τα ροδίνια, πάνε κι αυτά ασορτί με τις μεγάλες χαρές: ροζ αν προσφέρονται σε βαφτίσια κοριτσιού και σιελ αν στην κολυμβήθρα έριξαν αγοράκι. Κι έτσι εξηγείται γιατί, εν μέσω του σερί των μεγάλων αργιών κατά τις οποίες διεξάγεται το μάχιμο γλυκαιμικό ρεπορτάζ μου (Άγιος Δημήτριος, Απελευθέρωση Θεσσαλονίκης και 28η Οκτωβρίου), εντός του καταστήματος επικρατεί συνωστισμός: Είπαμε, Θεσσαλονίκη είμαστε, ακόμα εδώ οι άνθρωποι τέτοιες μέρες Πολιούχες ανταλλάσσουν επισκέψεις για ευχές ή τραπεζώνουν και τραπεζώνονται ανηλεώς.