Ο Νίκος Κατράντζος ήταν Άρης, Γκάτσμπι και τερματοφυλακάρα!
Ο Κέρβερος του Άρη που παρέδιδε και μαθήματα φινέτσας
Νίκος Κατράντζος: Η ιστορία του τερματοφύλακα του Άρη και επιχειρηματία του πολυκαταστήματος Κατράντζος Σπορ
Ηχογράφησα τη γιαγιά μου, Ευδοξία Πλατσούκα, σε ένα φορητό κασετοφωνάκι Grundig, πριν η νοητική της βούληση πάρει την άγουσα για τα αποδυτήρια και οι αναμνήσεις της εξαερωθούν από την αγγειακή πάθηση. Η αρρώστια που διάβρωνε το μυαλό της καθημερινά, κατά έναν παράδοξο τρόπο, την έκανε να διηγείται καθέκαστα από την ιστορία της ζωής της σε δύο γλώσσες, τη μια μέσα στην άλλη, δημοτική και καθαρεύουσα στο ίδιο καλούπι. Δεν με χαλούσε, είχε πλάκα, και να προσθέσω πως κατά τα άλλα η μνήμη της ήταν σίδερο. Η γιαγιά σε ό,τι είχε να κάνει με το παρελθόν έσκιζε, σε αντίθεση με το παρόν που τη δυσκόλευε. Το εδώ και το τώρα την μπέρδευε, έχανε σκέψεις, μπουρδούκλωνε λόγια, τα του χθες, όμως, και όλα αυτά τα για τον Νίκο Κατράντζο που ακολουθεί, μου τα επισκόπησε διαυγέστατα στο ρελαντί και το ροδάνι. Συμβαίνει αυτό με όσους η άνοια σουλατσάρει μέσα στο μυαλό τους. Τότε που την ηχογράφησα, δεν υπήρχε ορισμός για την ασθένεια, έλεγες «η γιαγιά μας έπαθε μαλάκυνση εγκεφάλου, για αυτό και λέει άλλα αντί άλλων» και η ζωή συνεχιζόταν.
«Αίλουρος σωστός, χταπόδι με δέκα χέρια, γάτος τετραπέρατος ήταν ο τερματοφύλακας του Άρεώς μας, Νίκος Κατράντζος. Παιδί λάστιχο, κίτρινος πάνθηρας, μαύρη αράχνη, επαγρυπνούσε και φύλαγε το τέρμα μας σε εκείνο το παιχνίδι με τον ΠΑΟΚ. Κέρβερος σωστός, Σινικό τείχος, αδιαπέραστη κατέστησε την εστίαν μας και ομοίως με πύραυλο εκτοξευόταν και υφάρπαζε από τις κεφαλές των αντιπάλων τις ψηλές μπαλιές. Υπουργός Άμυνας! Εις το πρώτον ημιχρόνιον οι ομάδες εξήλθον ισόπαλοι με τεχνική υπεροχή της ομάδας του ΠΑΟΚ. Όμως εις το δεύτερον ημίχρονον η Αρειανάρα μας, αναλαβούσα την υπεροχήν, επέτυχε τρία τέρματα. Τρία στο τελευταίο τέταρτο του αγώνα, το πρώτο δια του Βικελίδου, το δεύτερο από τον Βογιατζή και το τελευταίο πικρό λουκουμάκι από τον Ζαρέ. Η αποτυχία του ΠΑΟΚ οφειλόταν κυρίως εις την επελθούσα κόπωσιν των παικτών του, αλλά και στην εξαιρετική και πέραν κάθε φαντασίας απόδοση του Νίκου Κατράντζου. Που, όπως σε κάθε παιχνίδι, το πουλάκι μου, εκτός από μάθημα τερματοφυλαχτικής, παρέδωσεν και μάθημα κομψότητας.
»Σε κάθε παιχνίδι φορούσε ελεγκάντ τραγιάσκα από του "Σταμίωνα". Οι τραγιάσκες ήταν το σήμα κατατεθέν του Νίκου Κατράντζου αλλά και του "Σταμίωνα", τραγιάσκες "Σταμίων", οι πιο φινετσάτες στη Θεσσαλονίκη, από το 1914. Η ευλογημένη μπάλα της νίκης ήταν μια Zenith special, η ποδόσφαιρα των μεγάλων αγώνων, όπως τη διαφήμιζαν στις εφημερίδες. Η, δε, ιδέα του Κλεάνθη Βικελίδη απεδείχθη πάνσοφος, αφού ο Κλέο ήταν που παρότρυνε τον δεκαπεντάχρονο Κατράντζο να αλλάξει θέση, και από σέντερ φορ να προσπαθήσει στη θέση του τερματοφύλακα. Στον Κλεάνθη χρωστάμε, επομένως, το πρώτο μας εθνικό πρωτάθλημα το 1928, πέρα από τη μεγάλη νίκη επί του ΠΑΟΚ το 1927, όπως και αυτόν τον μάγο τερματοφύλακα, τον Κατράντζο.
»Για να μην αδικήσω και τα άλλα παιδιά, θα παραθέσω και την υπόλοιπη σύνθεση: Οπλοποιός, Γιακουμής, Κοσματόπουλος, Κατσαούνης, Κολονιάρης, Ιωαννίδης και Αγγελάκης. Το νικητήριο γεύμα, ο Γερμανός προπονητής μας, ο Τόμας Κέσλερ, το παράθεσε στο εστιατόριο "Όλυμπος Νάουσα". Στα παραδιπλανά τραπέζια με τους ποδοσφαιριστές μας δειπνούσαν και οι Παπαναστασίου, Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης. Ούτε του ΠΑΟΚ, ούτε του Ηρακλής, καμιά σχέση με το ποδόσφαιρο δεν είχαν αυτοί οι κύριοι, η εκλεκτή καθηγητική τριανδρία τους ήταν που λίγο καιρό πριν, 1926, είχε θεμελιώσει τη Φιλοσοφική Σχολή. Εκείνη τη νύχτα, γνώρισα τον Νίκο Κατράντζο. Η μάνα μου και προγιαγιά σου δούλευε στις λάντζες κι έτσι μετά το παιχνίδι πήγα να τη βοηθήσω. Μέσα στην τρελή γιορτή άδραξα την ευκαιρία και ζήτησα από τον Κατράντζο αυτόγραφο. Από τότε με τον Νίκο γίναμε επιστήθιοι φίλοι, οι καλύτεροι φίλοι γίναμε. Ως και τώρα, που ο Νίκος μεγαλουργεί στην Αττική με τον 12όροφο "Κατράντζο", πάντα θα θυμηθεί στην ονομαστική γιορτή μου να τηλεφωνήσει για τα δέοντα και να κάνουμε προγνώσεις για το αρειανό παιχνίδι της Κυριακής. Από το βράδυ εκείνο βέβαια του 1927 που γνωριστήκαμε, μέχρι να γράψουν οι εφημερίδες πως η Εθνική ομάς της Ελλάδος, η μικτή ομάς των Αθηνών, η μικτή ομάς Πειραιώς και η μικτή ομάς Θεσσαλονίκης, επρομηθεύθηκαν άπαντα τα είδη ποδοσφαίρου αποκλειστικώς από τα καταστήματά μας, είδη σπορ Κατράντζος, Θεσσαλονίκη και Αθήναι, πέρασαν χρόνια και ζαμάνια. 1939 ήταν όταν ο Νίκος με τον αδελφό του στράφηκαν, εκτός της διοικητικής μέριμνάς τους για την Αρειανάρα μας, και στο εμπόριο: το πρώτο "Κατράντζος Σπορ", με τις ελβιέλες και τα σπορτέξ, τα είδη σκι και τα είδη τένις, το άνοιξαν στην Αγίας Σοφίας, μετά τον πόλεμο ήταν που μετακόμισαν στην Τσιμισκή…».
Τη συνέχεια την ήξερα καλά. Η γιαγιά μου Ευδοξία Πλατσούκα, που χρημάτισε πωλήτρια στον «Κατράντζο» της Θεσσαλονίκης, εκτός από τον ΠΑΟΚ, τον Άρη και τον Ηρακλή, δεν έτρεφε καμιά εκτίμηση ούτε για τον «Κλαουδάτο», ούτε τους «Λαμπρόπουλους», «τους ανταγωνιστάς» όπως τους αποκαλούσε. Ήταν βαμμένη Άρης και «Κατράντζος» ως το μεδούλι, η γιαγιά, που όλη την εβδομάδα δούλευε προϊσταμένη στα αθλητικά είδη και την Κυριακή στο γήπεδο ξελαρυγγιζόταν για την κίτρινη ιδέα. Πήρε σύνταξη από του «Κατράντζου» η Ευδοξία Πλατσούκα, γι’ αυτό και πώς να πει κακή κουβέντα για τα δυο αδέλφια; Πολλώ, δε, για τον Νίκο τον αίλουρο με την τραγιάσκα, «φτυστός ο Μέγας Γκάτσμπι ήταν ο Νίκος με την τραγιάσκα από του "Σταμίωνα"», είπε η γιαγιά, όταν την πήγαμε στο «Ράδιο Σίτι» να δει τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ στον ομώνυμο ρόλο.
Και εγώ «Κατράντζος» από επάνω ως κάτω ντύθηκα και στολίστηκα, ποδιές σχολικές και ρακέτες, αθλητικά, σκάλες κυλιόμενες και εκείνο το μπούμερανγκ σήμα κατατεθέν στην πρόσοψη, όλα τα θυμάμαι αφού σε πολλές από τις βάρδιες της η γιαγιά με έπαιρνε στο πολυκατάστημα.
Ακόμα έχω στον νου το κόκκινο μπούμερανγκ να δεσπόζει στην Τσιμισκή, όπως και όλη την ανάγλυφη πρόσοψη, σαν ο αρχιτέκτονας που το εμπνεύστηκε, ο Μιχάλης Φωτιάδης, να έφερε στη Θεσσαλονίκη κρατήρες και πετρώματα από τον Πλανήτη Άρη. Έναν χρόνο μετά την ηχογράφηση του περιστατικού με τη γιαγιά στο Grundig, ο Νίκος Κατράντζος απογειώθηκε, όπως συνήθιζε να κάνει τις Κυριακές στα παιχνίδια, αλλά δεν ξαναγύρισε ποτέ πίσω στα γκολπόστ. Ήταν 18 Ιανουαρίου του 1978. To Ευδοξάκι πληροφορήθηκε το νέο από την τηλεόραση, όμως το μυαλό της, που είχε εκφυλιστεί πλήρως από την ασθένεια, δεν έδωσε στα μάτια της εντολή να κλάψουν. Ούτε και πρόσταξε στο φυλλοκάρδι της να τον θρηνήσει, όπως κάνουν οι επιστήθιοι όταν χάνεται ο ένας και ο άλλος που μένει πίσω αναρωτιέται τώρα WTF, τι διάολο και τα ρέστα.
Και καταφθάνει η επόμενη μέρα, 19 Ιανουαρίου ήταν, όταν ούτε η γιαγιά ξύπνησε, «σίγουρα μεθοδευμένα», όπως αποφάνθηκε η μάνα μου: «Κανονισμένο το είχαν αυτοί οι δυο να ξέρεις, ους Άρης και ελβιέλες συνέζευξαν, θάνατος μη χωριζέτω».
Πολλά χρόνια μετά, όταν η μάνα μου άκουσε την κασέτα με τη διήγηση της γιαγιάς για εκείνο το μυθικό απόγευμα του 1927 που ο Άρης κέρδισε τον ΠΑΟΚ και το πρώτο του πρωτάθλημα, μου αποκάλυψε κάτι που δεν ήξερα για το σόι μας και το πόσο αρειανά πωρωμένο ήταν ως το μεδούλι: «Το Ράδιο Τσιγγιρίδης, ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός στην Ελλάδα και σε ολόκληρα τα Βαλκάνια, είχε κάνει πρόταση στη γιαγιά σου να αναμεταδίδει τους αγώνες κάθε Κυριακή. Είχε ευφράδεια και κατείχε απόλυτα από συστήματα και κόλπα, όμως η Ευδοξία είπε όχι όταν έμαθε πως τα ματς του Άρη είχε καπαρώσει να τα αναμεταδίδει ένας καραβανάς από τον Λαγκαδά. Και η γιαγιά σου προτιμούσε να φαρμακωθεί ή να ψωμολυσσάξει, αντί να δίνει χαρές στους Μαύρους Αετούς, περιγράφοντας πώς και ποιους κερδίζουν. Το είχε μάθει αυτό το όχι της ο Κατράντζος και δεν το άφησε να πάει στράφι. Αύξηση πενήντα τα εκατό της έκανε για να μη μετανιώσει ποτέ της για την απόφαση που πήρε, εξού και πώς μετά, όταν μιλούσε για αυτόν να μην στάζει μέλι η γλώσσα της γιαγιάς σου και ροδόσταμο η καρδιά της;».