Κ. ΒΗΤΑ: Η ζωγραφική είναι μια κατάσταση της καρδιάς
Ο Κ. ΒΗΤΑ μιλά για τον χρόνο, τη ζωγραφική και τη νέα του έκθεση
Συνέντευξη με τον Κ. ΒΗΤΑ για την έκθεση «Μόνο η ακτογραμμή μένει», που ξεκινά την 1η Οκτωβρίου στο MOMus-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης
Οι περισσότεροι γνωρίζουμε τον Κ.ΒΗΤΑ από τα τραγούδια του. Λίγοι ξέρουν ότι η πρώτη του αγάπη ήταν η ζωγραφική: γεννημένος στη Μελβούρνη, επέστρεψε εκεί μετά το λύκειο στην Αθήνα για να σπουδάσει ζωγραφική και ιστορία της τέχνης, στα άγρια χρόνια του post-punk. Η μουσική ήρθε μετά. Η ζωγραφική δεν σταμάτησε ποτέ.
Είκοσι ένα χρόνια μετά την πρώτη του ατομική έκθεση στο τότε Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης —μια συρραφή από βίντεο, φωτογραφίες, ψηφιακές εικόνες και στίχους— ο Κ.ΒΗΤΑ επιστρέφει στην πόλη που, όπως λέει, υπήρξε καταφύγιό του στις δύσκολες στιγμές. Αυτή τη φορά μόνο με πίνακες. Στο «Μόνο η ακτογραμμή μένει», στο Case Studio του MOMUS, λάδια που ζωγράφισε από το 2019 έως σήμερα εκτίθενται για πρώτη φορά: τοπία που δεν αντιστοιχούν σε κανέναν πραγματικό τόπο, έντονα χρώματα, φιγούρες που στέκονται κοντά αλλά δεν συναντιούνται. Τίτλοι όπως «Μέχρι να γυρίσεις» και «Αδιέξοδο στο καλοκαίρι» θα μπορούσαν να είναι στίχοι του.
Μιλήσαμε μαζί του για τα λάθη που αφήνει πάνω στον καμβά, για το φινάλε της «Έκλειψης» του Αντονιόνι, για τον Σεζάν και τον Μπέικον, και για το γιατί θα ήταν, όπως λέει, «χαζό» να ζωγραφίζει για να εκφράσει συναισθήματα.
Τα έργα της έκθεσης δημιουργήθηκαν από το 2019 έως σήμερα. Όταν τα βλέπετε συγκεντρωμένα, αναγνωρίζετε μέσα τους διαφορετικές περιόδους της ζωής σας; Μπορεί η ζωγραφική να λειτουργήσει ως ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκετε;
Δεν το έχω σκεφτεί έτσι. Αυτό που καταλαβαίνω κυρίως είναι ότι με τον χρόνο αλλάζουν κάποια δεδομένα στον τρόπο που δουλεύω: πώς αραιώνω τα χρώματα, πόσο επιθετικά τα αφήνω να στέκονται πάνω στην επιφάνεια, ή τι είδους ύφασμα θα διαλέξω ώστε να κερδίσω βάθος μέσα από τα υλικά. Τις περιόδους ίσως θα μπορούσε να τις εκτιμήσει κάποιος άλλος. Εγώ δεν το σκέφτομαι τόσο, γιατί το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να ζωγραφίζω. Ίσως αυτό το ημερολόγιο για το οποίο μιλάμε να είναι για μένα ένα μεταφυσικό ημερολόγιο, ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Είναι περίεργο: όταν ένας πίνακας ολοκληρωθεί, νιώθω ότι παύει να ανήκει αποκλειστικά στη δική μου ζωή. Σκέφτομαι περισσότερο πώς θα αντιμετωπίσω την κατάσταση κάθε φορά — το χρώμα, την προοπτική, αυτά που πρέπει να αφήσω έξω από το κάδρο. Προτιμώ να είναι ένα ημερολόγιο χωρίς πρόθεση. Φτιάχνω τον πίνακα και είμαι εκεί μέσα, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο βλέπω μια εικόνα.
Στα έργα σας τα τοπία δεν αναπαριστούν απαραίτητα έναν συγκεκριμένο τόπο. Μεταμορφώνονται μέσα από το χρώμα και τη φαντασία. Όταν ζωγραφίζετε ένα τοπίο, ξεκινάτε από κάτι που έχετε δει ή από κάτι που υπάρχει ήδη μέσα σας;
Είναι κάτι ενδιάμεσο. Ίσως κάποιες φορές, αντί για τόπο, να είναι μια κατάσταση που με φέρνει κοντά στο παράδοξο ή σε μια αντίφαση. Ξεκινάω με ένα σχέδιο και στην πορεία όλο αυτό σιγά σιγά αλλάζει: καλύπτω κάποια σημεία με καινούργιες ιδέες που προκύπτουν, κάποια λάθη τα αφήνω να υπάρχουν. Είναι σαν να έχω έναν κλασικό χορευτή, να του λέω «θα φτιάξουμε μια κλασική χορογραφία» και σιγά σιγά να τον αναγκάζω να χορέψει break dance. Κάπως έτσι θα περιέγραφα τη διαδικασία.
Θυμάμαι την «Έκλειψη» του Μικελάντζελο Αντονιόνι: οι δύο ήρωες, όσο πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να ενωθούν, και όταν στο τέλος πάνε να βρεθούν στο ραντεβού, ο σκηνοθέτης τούς εξαφανίζει. Μένει μόνο το τοπίο, οι έρημοι δρόμοι του απογεύματος. Το σημαντικό δεν ήταν οι άνθρωποι, αλλά η απουσία τους. Στο τέλος δεν μένει κανένα ίχνος. Ήταν η πρώτη φορά που είδαμε στην τέχνη έναν σκηνοθέτη να εξαφανίζει τους ήρωες, να σβήνει την ιστορία μόνο με την καταγραφή μιας απλής κάμερας. Κάπως έτσι λειτουργώ πολλές φορές μέσα στον καμβά: ξεκινώ με μια ιδέα, αλλά στο τέλος όλα αλλάζουν. Μου αρέσει η ζωγραφική να είναι μια κατάσταση της καρδιάς και όχι τόσο του νου. Όπως στα τοπία του Σεζάν, όπου υπάρχει μια απειλητική απουσία. Δείτε το «Mont Sainte-Victoire»: δεν έχει αφήγηση ούτε δράση, δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα και η φύση δεν είναι ειδυλλιακή. Το τοπίο είναι σιωπηλό, σαν όλα να υπήρχαν πριν από εμάς και να συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς εμάς.
Μου αρέσει η ζωγραφική να είναι μια κατάσταση της καρδιάς και όχι τόσο του νου. Είναι σαν τα τοπία του Σεζάν, που υπάρχει μέσα τους μια απειλητική απουσία.
Τα χρώματα στους πίνακές σας είναι έντονα, αλλά ταυτόχρονα έχουν μια ιδιαίτερη ευαισθησία. Πώς αποφασίζετε τα χρώματα ενός έργου; Υπάρχουν χρώματα που επιστρέφουν στη ζωγραφική σας επειδή συνδέονται με συγκεκριμένες μνήμες ή συναισθήματα;
Τα χρώματα είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Μπορεί να τα αλλάζω μέχρι την τελευταία στιγμή. Είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στην πρόθεση και, κάποιες φορές, στο τυχαίο. Μια παραμόρφωση μπορεί να αλλάξει τη σχέση των χρωμάτων, ή τα χρώματα να δημιουργήσουν μια παράξενη αντίθεση, μια βαθιά ανησυχία. Δεν έχω σταθερό σύστημα. Κάθε φορά που επιστρέφω στον πίνακα έχω μια καινούργια αντιμετώπιση· ίσως γι’ αυτό έχω αρκετά επίπεδα χρωμάτων και αρκετά λάθη που πρέπει να σβήσω ή να τροποποιήσω. Συχνά περπατάω για ώρα και σκέφτομαι τα χρώματα. Όταν παίρνουμε μια απόσταση, συναισθηματική ή χρονική, κάπως καθαρίζει η προοπτική, χάνεται η προσκόλληση που προκαλεί το συναίσθημα και αρχίζει να αποκαλύπτεται το βάθος. Κατά καιρούς έχω εμμονές με διάφορα χρώματα. Μου κάνει καλό να παρατηρώ πίνακες· πηγαίνω συχνά σε εκθέσεις και κοιτάζω τα χρώματα, τον τρόπο που τα χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι. Πρόσφατα έτυχε να μπω στο παρεκκλήσι του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο και είδα εξαιρετικές αγιογραφίες του Καστροφύλακα και του Κυδωνιέα. Ήταν από τις ωραιότερες εμπειρίες που είχα τελευταία.
Μου κάνει καλό να παρατηρώ πίνακες· πηγαίνω συχνά στις εκθέσεις και κοιτάζω τα χρώματα, τον τρόπο που τα χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι.
Στους πίνακές σας συναντάμε μοναχικές φιγούρες, αλλά και ομάδες ανθρώπων. Τι ρόλο παίζει η ανθρώπινη παρουσία στη ζωγραφική σας; Είναι περισσότερο μια ανάγκη επικοινωνίας ή ένας τρόπος να παρατηρείτε τις ανθρώπινες σχέσεις;
Δεν προσπαθώ να δείξω τόσο την επικοινωνία που μπορεί να έχουν δύο φιγούρες στον καμβά, όσο την παράξενη απόσταση που μπορεί να υπάρχει ανάμεσά τους, ακόμα κι όταν βρίσκονται πολύ κοντά. Δεν θα έλεγα ότι στη ζωή μου παρατηρώ τις ανθρώπινες σχέσεις — ίσως, αν ήμουν ψυχολόγος… Νομίζω ότι οι φιγούρες μπαίνουν στη ζωγραφική μου για να γίνει πιο αισθητή η μοναξιά· αυτό το καταλαβαίνω μετά από καιρό. Τα τοπία είναι αυτά που είναι, και μέσα σε αυτά δοκιμάζεται η ανθρώπινη φιγούρα. Μου αρέσει να αποδυναμώνεται η ταυτότητα και να αλλάζει η ανάγνωση.
Πάνω σ’ αυτό θυμάμαι την ταινία του Τζακ Κλέιτον «Room at the Top». Ο ήρωας κατακτά αυτό που επιδιώκει, το στερεότυπο της κοινωνικής καταξίωσης, και τη στιγμή που πραγματοποιεί το όνειρό του χάνει αυτό που πραγματικά επιθυμεί: την αληθινή γυναίκα που αγάπησε και τον αγάπησε, την οποία αφήνει για ένα πλούσιο κορίτσι. Η επιτυχία του είναι στην ουσία μια μορφή ήττας. Η ταινία στηρίζεται στο παράδοξο: όταν φτάνει στην κορυφή είναι μόνος, η φιγούρα του διαλυμένη, σχεδόν αόρατη. Τα κατεστημένα που μας επιβάλλονται έχουν τη δύναμη να αφανίζουν την ανθρώπινη παρουσία. Όπως και στον Φράνσις Μπέικον, η ταυτότητα και η αναγνωρισιμότητα της φιγούρας διαλύονται. Δεν υπάρχει ταυτότητα. Οι φιγούρες είναι παρούσες μέσα στην απουσία τους.
Έχετε σπουδάσει ζωγραφική και ιστορία της τέχνης στη Μελβούρνη και, παράλληλα με τη μουσική σας πορεία, συνεχίζετε να ζωγραφίζετε. Τι σας οδηγεί σήμερα στον καμβά; Υπάρχουν πράγματα που η ζωγραφική σάς επιτρέπει να εκφράσετε διαφορετικά από τη μουσική;
Γεννήθηκα στην Αυστραλία και έχω την υπηκοότητα. Μετά το λύκειο εδώ, στην Αθήνα, έφυγα νέος για εκεί και συνέχισα τις σπουδές μου στο Prahran Institute. Εκεί, κατά κάποιον τρόπο, άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη ζωγραφική και να εμβαθύνω όσο μπορούσα. Ήταν ένα άγριο μέρος, που έβγαλε καλούς εικαστικούς και είχε δυνατούς καθηγητές. Ήταν η περίοδος του post-punk: η φύση γύρω μας ήταν ήσυχη και όμορφη, η νεολαία, αντίθετα, σε υστερία. Είχε πολλή πλάκα, αλλά η επιβίωση για μένα ήταν δύσκολη. Μετά πέρασα στη μουσική· τα υπόλοιπα είναι γνωστά…
Σίγουρα δεν κάνω ζωγραφική για να εκφράσω συναισθήματα, θα ήταν χαζό από μέρους μου. Περισσότερο με προκαλεί η ιδέα να παραμορφώσω κάτι, για να δω αν είναι πιο πραγματικό από μια αναπαράσταση. Μπορεί να είναι μια συνάντηση με κάτι που είναι λάθος, και από εκεί ξεκινά κάθε φορά μια περιπέτεια. Έχω μια ιδέα, ένα πρώτο σχέδιο, αλλά μετά από καιρό καταλήγω πάντα κάπου αλλού. Δεν είμαι ποτέ σίγουρος· το ίδιο παθαίνω και με τη μουσική. Σε έναν κόσμο όπου η εικόνα παράγεται ακαριαία από τα τηλέφωνα, η ζωγραφική ίσως επιβάλλει μια αντίσταση. Τα λάδια έχουν μια μυστήρια συμπεριφορά, και αυτό με φέρνει σε μια κατάσταση όπου προσπαθώ να ανακαλύψω κάτι. Η ζωγραφική και η μουσική είναι διαφορετικές τέχνες, με διαφορετικό τρόπο έκφρασης και πρόσληψης. Ωστόσο, συναντιούνται.
Σ’ έναν κόσμο που η εικόνα παράγεται ακαριαία μέσα από τηλέφωνα, η ζωγραφική ίσως επιβάλλει μια αντίσταση.
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε σημαντικός σταθμός στην εικαστική σας πορεία ήδη από το 2005. Επιστρέφοντας σήμερα στην πόλη, βλέπετε κάτι διαφορετικό σε αυτήν; Υπάρχει κάποια ανάμνηση ή κάποια εμπειρία από την προηγούμενη έκθεσή σας που εξακολουθεί να σας συνοδεύει;
Στη Θεσσαλονίκη έχω μείνει πολλές φορές και για μεγάλα διαστήματα. Η πόλη υπήρξε για μένα καταφύγιο σε δύσκολες στιγμές· πάντα αισθανόμουν ελεύθερος στους δρόμους της. Έχω μόνο όμορφες αναμνήσεις, και κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί μού φαίνεται το ίδιο όμορφη.
Το 2005, ναι, παρουσίασα αρχειακά βίντεο από τον τρόπο που δούλευα τη μουσική, φωτογραφίες από φιλμ με πράγματα που τράβαγα, μια σειρά ψηφιακές εικόνες που είχα φτιάξει με φτηνά μουσικά προγράμματα, αποσπάσματα από στίχους και λάδια σε μεγάλες χάρτινες επιφάνειες. Επιμελητές ήταν η Θούλη Μισιρλόγλου και ο Βασίλης Αμανατίδης, που με βοήθησαν. Ήταν μια έκθεση από θραύσματα, από ανομοιογενή υλικά που δεν έβγαζαν νόημα. Όμως, όπως την παρουσίασαν οι επιμελητές, όλο αυτό το υλικό απέκτησε μια άλλη δύναμη. Τώρα επιστρέφω με τη ζωγραφική μου, με πίνακες των τελευταίων χρόνων που έχουν να κάνουν κυρίως με κάτι που μοιάζει με φύση. Επιμελητής είναι ο Θοδωρής Μάρκογλου και, φυσικά, κοντά μας είναι η Θούλη, που στηρίζει αυτή την έκθεση με ιδιαίτερη φροντίδα.
Κ.ΒΗΤΑ – «Μόνο η ακτογραμμή μένει»
MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Case Studio (Εγνατίας 154, εντός ΔΕΘ-HELEXPO), Θεσσαλονίκη
1 Οκτωβρίου 2026 – 31 Ιανουαρίου 2027. Στο πλαίσιο των 61ων Δημητρίων.
Εγκαίνια: Πέμπτη 1 Οκτωβρίου, 19:00. Ακολουθεί opening party με DJ set του Κ.ΒΗΤΑ (21:00).
Καλλιτεχνική διεύθυνση: Θούλη Μισιρλόγλου. Επιμέλεια: Θοδωρής Μάρκογλου.