Μια τίγρης, ένας λαγός και πολύς θόρυβος
Τι μας λέει ένα repost του Ρίτσαρντ Σιάο για το πόσο έχουμε ξεχάσει να χάνουμε
Το φίλαθλο πνεύμα, η καζούρα και το χιούμορ που υπήρχε κάποτε στον αθλητισμό, ενώ σήμερα όλα είναι «σοβαρά» και παρεξηγήσιμα.
Την Κυριακή 1η Νοεμβρίου ο Άρης κέρδισε τον Παναθηναϊκό 101-91 σε ένα κατάμεστο Παλέ. Ο ιδιοκτήτης της ΚΑΕ, ο Ρίτσαρντ Σιάο, παρακολούθησε τον αγώνα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και, μέσα στη χαρά του, αναδημοσίευσε στα stories του υλικό από οπαδικές σελίδες: ένα «Το κυνήγι άρχισε» και μια εικόνα με μια κιτρινόμαυρη τίγρη να κατασπαράζει έναν πράσινο λαγό. Μέσα σε λίγες ώρες ακολούθησαν πρωτοσέλιδα για «χυδαίες» και «απαράδεκτες» αναρτήσεις, και κείμενα για «υποκίνηση βίας». Πέρυσι είχαμε δει μια παρόμοια σκηνή με την ΑΕΚ, όπου μια ανάρτηση της ΚΑΕ Άρης με τον δικέφαλο αετό να έχει χάσει το ένα του κεφάλι, ακολούθησε μια ανακοίνωση διαμαρτυρίας από την Ένωση και, στο τέλος, το κατέβασμα της ανάρτησης.
Δεν γράφω για να υπερασπιστώ τις δημοσιεύσεις ή τον Σιάο, γράφω επειδή ο θόρυβος που δημιουργήθηκε λέει περισσότερα για εμάς παρά για τον Σιάο.
Η Δευτέρα μετά την ήττα
Όσοι μεγαλώσαμε στα γήπεδα της δεκαετίας του '80 και του '90 θυμόμαστε μια διαφορετική κουλτούρα. Η ήττα δεν ήταν εθνική τραγωδία, ήταν ευκαιρία για καζούρα. Τη Δευτέρα το πρωί ξέραμε τι μας περίμενε στο γραφείο, στο σχολείο, στο καφενείο. Κάποιοι αργούσαμε επίτηδες, κάποιοι κρυβόμασταν πίσω από την εφημερίδα, κάποιοι, ας το ομολογήσουμε, δεν πηγαίναμε καθόλου. Ξέραμε ότι θα γινόμασταν αντικείμενο αστείων.
Και όμως, το δεχόμασταν. Σε έναν βαθμό το απολαμβάναμε, γιατί ήταν κομμάτι της διαδικασίας. Η καζούρα είχε έναν άγραφο κανόνα: την αμοιβαιότητα. Ο σημερινός νικητής ήξερε ότι θα έρθει η σειρά του. Κάποια Κυριακή θα ανταποδίδαμε, και θα ανταποδίδαμε με τόκο. Η καζούρα αφορούσε το αποτέλεσμα της Κυριακής, τίποτα παραπάνω. Σήμερα αυτή η γραμμή έχει θολώσει, και μαζί της χάθηκε και το γέλιο.
Γιατί ο Σιάο δεν καταλαβαίνει τον θόρυβο
Ο Ρίτσαρντ Σιάο είναι ένας νέος άνθρωπος που δεν μιλά λέξη ελληνικά και του οποίου η αθλητική εμπειρία έχει διαμορφωθεί στο NBA. Εκεί το μπάσκετ είναι παιχνίδι και θέαμα. Οι μασκότ τρώνε η μία την άλλη στα κινούμενα σχέδια των οθονών, οι ομάδες τρολάρουν δημόσια η μία την άλλη στα social media, και οι ιδιοκτήτες κάθονται στην πρώτη σειρά και πανηγυρίζουν σαν οπαδοί. Μια τίγρη που τρώει έναν λαγό, εκεί, είναι απλώς ένα meme.
Στην Ελλάδα, όμως, η λέξη «κυνήγι» δεν ακούγεται αθώα. Άλλωστε έχουμε πρόσφατα θρηνήσει τον Άλκη Καμπανό στη Θεσσαλονίκη και τον Μιχάλη Κατσουρή στη Νέα Φιλαδέλφεια. Δυστυχώς, ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον αθλητισμό, την ήττα και την καζούρα, έχει φέρει την οπαδική βία με αρκετά θύματα. Ο Σιάο οφείλει να το μάθει, και είμαι σίγουρος ότι το έμαθε.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Όταν κάθε πείραγμα αντιμετωπίζεται ως προσβολή, ως ύβρις κατά «πολυνίκων» και «ιστορικών», τότε δεν προστατεύουμε τον αθλητισμό από τη βία. Τον προστατεύουμε από το χιούμορ. Και ένας αθλητισμός χωρίς χιούμορ είναι πιο κοντά στη βία, όχι πιο μακριά.
Χαίρομαι που η νέα ιδιοκτησία και η διοίκηση του Άρη αντιμετωπίζουν την ομάδα ως μια σοβαρή, σύγχρονη εταιρεία, όπου δεν χωρούν συμπεριφορές μίσους. Γνωρίζω τις προσπάθειες να εξαλειφθούν τα υβριστικά συνθήματα από τις κερκίδες του Nick Gallis Hall, και η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου του Άρη είμαστε μαζί τους. O στόχος πρέπει να είναι λιγότερο μίσος, περισσότερη πλάκα.
Και ένας αθλητισμός χωρίς χιούμορ είναι πιο κοντά στη βία, όχι πιο μακριά.
Το παράδειγμα το έχουμε ήδη στη γειτονιά μας. Ο Ηρακλής είναι, απ' όσο ξέρω, η μόνη ομάδα που αγκάλιασε αυτή τη λογική ως το τέλος. Πήρε τον χαρακτηρισμό «γριές», που του απηύθυναν ως πείραγμα, τον αυτοδιακωμώδησε, και τον έκανε τη Χάιδω, κατά τη γνώμη μου την καλύτερη μασκότ στον ελληνικό αθλητισμό. Δεν υπάρχει πιο ώριμη απάντηση σε μια καζούρα από το να την κάνεις δική σου.
Ούτε κι εγώ παρεξηγούμαι αν με αποκαλέσουν ερπετό ή σκουλήκι, ή αν κάποιος φτιάξει βιντεάκι με τον θεό Άρη να νικιέται από τον θρυλέοντα. Γι' αυτό υπάρχουν οι μασκότ: για να προσφέρουν θέαμα, όχι για να γίνουν ιερά τοτέμ, άγια σύμβολα που, αν τα θίξει κανείς, πρέπει να ξεκινήσει πόλεμος. Ο λαγός δεν κινδυνεύει από την τίγρη. Κινδυνεύουμε εμείς, όταν τους παίρνουμε στα σοβαρά.
Ο Αριστοφάνης, πριν από 2.500 χρόνια, σατίριζε τους ισχυρούς της πόλης του μπροστά στους ίδιους. Η αθηναϊκή δημοκρατία θεωρούσε αυτή τη σάτιρα κομμάτι της πολιτικής της υγείας, όχι απειλή. Εμείς, 2.500 χρόνια μετά, δεν μπορούμε να κάνουμε πλάκα σε ένα γήπεδο μπάσκετ χωρίς ανακοινώσεις, καταγγελίες και αιτήματα για πειθαρχικά.
Η ωρίμανση που χρειαζόμαστε δεν είναι να σωπάσουμε. Είναι να ξαναμάθουμε να διακρίνουμε: το πείραγμα από την ύβρη, την καζούρα από την απειλή, τη μασκότ από τον άνθρωπο. Να ξαναβρούμε το φίλαθλο πνεύμα όπου ο ηττημένος της Κυριακής αντέχει τη Δευτέρα, γιατί ξέρει ότι θα έρθει και η δική του Κυριακή.
* Ο Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος είναι κάτοχος της Έδρας UNESCO για την Έρευνα του Μέλλοντος, μέλος της Επιτροπής Σχεδιασμού του Millennium Project και Εκτελεστικός Πρόεδρος του MOMUS.