facebook sharing button
Ψηλά τον αμανέ
Ρεμπέτες, 1933 © Wikimedia Commons
CITY

Ψηλά τον αμανέ

Ο ρημάδας ο αμανές και τα καμώματα των ανθρώπων

Ψηλά τον αμανέ: Από τα καφενεία και τις καπναποθήκες της Ανατολικής Μακεδονίας μέχρι την καθημερινή γλώσσα, μια παλιά μουσική έκφραση έγινε σύμβολο της έπαρσης

«Πήρε ψηλά τον αμανέ»: Έκφραση που χρησιμοποιείται ακόμα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, και σημαίνει αυτό που ξέρουμε, αν είμαστε από εκεί γύρω, ή αυτό που υποψιαζόμαστε, αν είμαστε από κάτω από το αυλάκι.

«Πήρε ψηλά τον αμανέ», είπε κουνώντας το κεφάλι φίλος Καβαλιώτης, αναφερόμενος σε ντόπιο εστιάτορα ο οποίος σερβίρισε λάθος ψάρι σε λάθος άνθρωπο, κι έπειτα επέμενε ότι ήταν το σωστό ψάρι: την ψώνισε, το μαγαζί του έχει σουξέ, πολλή πελατεία, και το άτομο-εστιάτορας, καλό-χρυσό, ορίστε που καβάλησε το καλάμι, λάλησε, έχασε τη μπάλα. Νομίζει ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό που είναι, δηλαδή εστιάτορας/ταβερνιάρης, και ότι οι πελάτες του είναι αφελείς, ή έστω, ότι δεν έχουν ιδέα από ψάρια.

Γέλασα όταν άκουσα τη φράση, την έλεγαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας από την ανάποδη, π.χ. «Πρόσεξε κακομοίρα μου, μη πάρεις ψηλά τον αμανέ!», ή «Έτσι και πάρεις ψηλά τον αμανέ, χάθηκες!» Ο αμανές ο ίδιος «…αποτελεί ιδιόρρυθμο είδος μονωδικού, μακρόσυρτου και παθητικού τραγουδιού με κύριο χαρακτηριστικό την επανάληψη του τουρκικού επιφωνήματος ‘αμάν, αμάν’ (=έλεος, οίκτος)», σύμφωνα με την Γουικιπίντια, η οποία επεκτείνεται κάμποσο: «Μουσικά οι αμανέδες έχουν δική τους τεχνοτροπία με υψηλόφωνη, βαριά και βαθιά μολπή (τραγουδιστική απόδοση) που σύρει επί μακρόν σε ένταση και ποικιλία τους ήχους των λέξεων προσδίδοντας έτσι ανατολίτικο πάθος απροσμέτρητης αισθηματικότητας (κοινώς, "νταλγκά)».

Το 1934 ο Κεμάλ Ατατούρκ μέσα στα πλαίσια του ντεμέκ εξευρωπαϊσμού της αχταρμάδικης τότε χώρας του, απαγόρευσε τους αμανέδες στην Τουρκία, και το 1937 τον μιμήθηκε ο εγχώριος Ιωάννης Μεταξάς, απαγορεύοντας αυστηρά τους αμανέδες «εις όλην την εθνικήν επικράτειαν»… Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές είδος τραγουδιού πια, όσο διαδεδομένο ήταν στην Τουρκοκρατία, τόσο ξέφτισε σιγά-σιγά, δεκαετία την δεκαετία, από την Επανάσταση του ‘21 και μετά. Θυμάμαι να ακούω αμανέδες ως μπακ-γκράουντ στα ΄60ς-‘70ς στην Κομοτηνή και την Ξάνθη – μάλιστα σύμφωνα με μια θεωρία, ή και με αξιόπιστες ιστορικές πηγές, τραγουδιόντουσαν στις καπναποθήκες της Καβάλας από τις καπνεργάτριες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, αλλά δεν έχω ηχητικές μαρτυρίες, προσωπικές ή επίσημες. Υποθέτω ότι όταν τραγουδάς έναν μέσο αμανέ και σου’ ρχεται ξαφνικά και ανεβάσεις νότες, υψώνεις τον τόνο της φωνής σου, φεύγεις από την χαμηλή, συρτή μελωδία του αμανέ και την πας στο ταβάνι, μάλλον το κάνεις επειδή πιστεύεις ότι η φωνή σου είναι καλύτερη από τις φωνές των άλλων, των συν-τραγουδιστών (μια και ο μέσος αμανές τραγουδιόταν από πολλές φωνές μαζί, συλλογικά, σαν αυτοσχέδια χορωδία). Μπορεί να το κάνεις επειδή φτιάχνεσαι, περνάς συγκλονιστικά, είσαι στο τσακίρ κέφι και αλλάζεις πίστα μόνη/ος σου, αδιαφορώντας για τις φωνές των άλλων, κατά την επίσης ξεχασμένη έκφραση «σέρνεις τον αμανέ». Όμως αυτή η έκφραση σημαίνει κάτι διαφορετικό, γιατί άλλο να τον σέρνεις και άλλο να τον παίρνεις ψηλά τον ρημάδα τον αμανέ - είναι σαφές ότι το «πήρες ψηλά τον αμανέ» αναφέρεται στο καλάμι, το οποίο μάλλον έχεις καβαλήσει, πιστεύοντας ότι είσαι καλύτερη φωνή, σίγουρα ποιοτικά και ποσοτικά ανώτερη φωνή που οφείλει να την ακούσει όλος ο ντουνιάς. Είσαι μέχρι και τρελή ψωνάρα, ή – γιατί όχι; - κρύβεις μέσα σου μια Μαρία Κάλλας που δεν αντέχει να τραγουδάει μετριότητες, προτιμάς να τον πάρεις ψηλά τον αμανέ γιατί έτσι γουστάρεις, ορίστε μας.

Όπως και να ’χει, το «πήρες ψηλά τον αμανέ» είναι μια από τις καταπληκτικότερες μεταφορικές εκφράσεις που άφησε πίσω της η ατελείωτη και οδυνηρή περίοδος της Τουρκοκρατίας. Και επιβιώνει ακόμα σε κάποιες, λίγο μακρινές βορειο-ανατολικές γωνιές της Ελλάδας.