Γιάννης Γκουλιόβας: Ήταν ο «Σαλονικιός» του ομότιτλου τραγουδιού του Στράτου Διονυσίου;
«Άιντε κάντε όλοι στην μπάντα, νά βγει να χορέψει ο Σαλονικιός»
Ο θρύλος του κακοποιού Γιάννη Γκουλιόβα και η πιθανή σύνδεσή του με το τραγούδι Σαλονικιός του Λευτέρη Παπαδόπουλου, σε ερμηνεία Στράτου Διονυσίου.
Βολτάρω στην παλιατσαρία του Μπιτ Παζάρ και, όπως χαζεύω τις πραμάτειες διάσπαρτα απλωμένες καταμεσής της Τοσίτσα Μιχαήλ, πετυχαίνω σε τιμή 5 ευρώ (ποιος ξέρει με τι σκαψίματα και χαρακιές στο κορμί;), το βινύλιο «Σαλονικιός» του Στράτου Διονυσίου. Αυτή είναι η αφορμή για τα παρακάτω. Δεν ξέρουμε αν από την κωμόπολη του Κολινδρού έφτασε στη Θεσσαλονίκη με το ΚΤΕΛ ή με ταξί. Όπως και δεν υπάρχουν στοιχεία για το πού έμεινε, σε ποια γειτονιά, ανατολικά, δυτικά ή κέντρο. Το μόνο σίγουρο είναι πως ο εκ Πιερίας καταγόμενος Γιάννης Γκουλιόβας δεν ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στο ΑΠΘ, ή να μάθει τέχνη -παραγιός- σε συνεργείο με μηχανάκια στο Βαρδάρη ή αλιείας στην ιχθυόσκαλα της Μηχανιώνας. Τίποτα από αυτά. Καριέρα στο έγκλημα ήρθε για να κάνει στη Θεσσαλονίκη ο Γκουλιόβας, αποφασισμένος εξ αρχής να βιοποριστεί γκανγκστερικά και πιστολάτα.
Το πέτυχε: αγαπητικός, μπράβος και εκβιαστής, ο Γιάννης Γκουλιόβας έκανε γρήγορα όνομα στην άγρια νυχτερινή Θεσσαλονίκη των μπαρ, των μπουζουκιών, της πορνείας, της τοκογλυφίας, της ντρόγκας και της κάθε καρυδιάς το έγκλημα. Η Ασφάλεια, το Ηθών Λεσχών και η Δίωξη Ναρκωτικών είχαν χάσει τον ύπνο τους, σκληρό κουμάσι, κακός καργιόλης, ο Γκουλόβας έγινε νούμερο ένα στόχος. Βέβαια, ο βίος και η πολιτεία του μας παραδίδεται θραυσματικά, μέσα από τα υπερμεγεθυμένα συμβάντα. Έτσι τα κατέγραφε ο Τύπος της εποχής και στον λαϊκό θρύλο προσέδιδε μυθικές διαστάσεις αλά Μπορσαλίνο. Άλλωστε, ο Γκουλιόβας ήταν ευειδής και αγγελόμορφος. Λεπτομέρειες ή έγκυρες και επώνυμες μαρτυρίες, για να κατανοήσουμε βαθύτερα τον ψυχισμό αυτού του αγριμιού, όπως τον παρουσίαζαν τα μίντια και η Ασφάλεια, δεν υπάρχουν.
Έτσι σήμερα, μόνο με εικασίες και κωδικούς σκληροτράχηλου pulp λογοτεχνήματος (λέγε με Τζιμ Τόμσον) μπορούμε να διηγηθούμε στιγμές του. Σαν τις παρακάτω: Λένε ότι ο Γκουλιόβας τραβούσε μαχαίρι και χαράκωνε για ψύλλου πήδημα. Κατηγορήθηκε για οπλοχρησία, επικίνδυνες σωματικές βλάβες και στημένες χαρτοπαιξίες. Ρόιδο κανονικό, εντάλματα εκρεμμούσαν εναντίον του και συνεχώς τον γύρευαν στις πιάτσες οι αρχές, μα πάντα ο δαίμονας είχε ένα σατανικό τρόπο να γλιτώνει.
Μετά τη Θεσσαλονίκη, που την άλωσε στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα με το ενδιαίτημά του να αυγατεύει πιο ληστρικά και πιο βίαια κάθε νύχτα, ο άπληστος για χρήμα και μεγάλη ζωή Γκουλιόβας αποφάσισε να κατεβεί στην Αθήνα. Μεγαλύτερη πόλη, μεγαλύτερες ευκαιρίες για «ανάπτυξη», αφού ο «Σαλονικιός» - το ψευδώνυμο που του καρφίτσωσαν οι εκεί κύκλοι του εγκλήματος και οι φάροι των μπλε περιπολικών - είχε το ντεσπεραντιλίκι μέσα του. Μαζί με ένα θράσος ως τον Θεό.
Ξημερώματα ήταν όταν στο αστυνομικό τμήμα Παγκρατίου κατέφθασε η Μπέμπα Μπλανς, ζητώντας από τον αστυνομικό υπηρεσίας να της επιτρέψει να κοιμηθεί σε ένα κελί. Η Μπλανς, εκπάγλου ομορφιάς και ταμπεραμέντου λαϊκή ντίβα (τεκμηριωμένα, η Σωτηρία Μπέλου κόντεψε να εγκληματίσει για χάρη της, όταν, σκληρή καψούρα με την Μπέμπα, ζήλεψε που την είδε με τον συνοδό της και όρμησε να τη μαχαιρώσει), είχε άκρες στη νύχτα. Πρώτο όνομα στη μαρκίζα τραγουδούσε στα μαγαζιά, όμως αρνούνταν από φόβο να αποκαλύψει την ταυτότητα του εκβιαστή της. Ο οποίος, σωστά τον βρήκες, ο Γκουλιόβας ήταν. Κατά τη μαρτυρία της Μπέμπας, της είχε υφαρπάξει εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές με αντίτιμο να μην της γδάρει το πρόσωπο. Κάπου εδώ, μετά το σκηνικό με την Μπέμπα Μπλανς είναι που αρχίζει να μαυρίζει η τύχη του.
Αλλαγή ντεκόρ: 1977, οδός Φυλής, εκφυλομπάρ Greek Saloon. Ο Γκουλιόβας παρκάρει το αμάξι του στη μέση του δρόμου. Μπαίνει για να εισπράξει τα εκβιαστικά του, όμως μπλοκάρει ένα περιπολικό της άμεσης δράσης που κορνάρει καθηλωμένο στον δρόμο. Δεν χαμπαριάζει. Ο αστυνομικός μπαίνει στο μπαρ αναζητώντας τον οδηγό, ο «Σαλονικιός» τον βλέπει, προσπαθεί να γίνει Λούης, να δραπετεύσει, μια μπαργούμαν αποπειράται να κρύψει το περίστροφο που ο Γκουλιόβας πέταξε άρον άρον πίσω από ένα ψυγείο. Ο αστυνομικός ψυλλιάζεται ότι υπάρχει ύποπτο θέμα, του ορμά, πιο γρήγορος ο Γκουλιόβας τον μπουκαλιάζει. Βγαίνει στον δρόμο, ανεβαίνει στο αμάξι και γκαζώνει, ο ματωμένος αστυνομικός τρέχει στο κατόπι, γραπώνεται από την πόρτα του αυτοκινήτου και προσπαθεί να τον ακινητοποιήσει. Ο Γκουλιόβας δεν σταματά, ο αστυνομικός πυροβολεί τρεις φορές εξ επαφής (ο μεγεθυμένος λαϊκός θρύλος που λέγαμε ή και τα παραμορφωτικά μίντια της εποχής που γράφουν σκηνές αλά Ντίλινγκερ): εις μάτην. Ο Γκουλιόβας παραμένει άτρωτος, ο αστυνομικός σωριάζεται στην άσφαλτο, εγκαταλείπει.
Αντίστροφη μέτρηση, 29 Σεπτεμβρίου 1977, στην ασφάλεια φτάνει σημαντική πληροφορία, ο «Σαλονικιός», σπιουνεύει ένα καρφί, τζογάρει στην Κυψέλη. Στην οδό Σύρου, στη χαρτοπαικτική λέσχη του Σ.Ε.Η.Κ ( Σύλλογος Ελλήνων Ηθοποιών και Καλλιτεχνών). Σε χρόνο μηδέν, τέσσερα περιπολικά φορτωμένα με πηλίκια μπουκάρουν στα ενδότερα με εντολή να τον συλλάβουν. Ένας μουσάτος τριαντάχρονος επιχειρεί να κρυφτεί στις τουαλέτες, οι αστυνομικοί τον στριμώχνουν. Προσπαθούν να τον μεταφέρουν στο τμήμα, όμως ο Γκουλιόβας ξεφεύγει από τη λαβή τους, τραβάει μαχαίρι και απειλεί να τους ξεκοιλιάσει. Μπανγκ. Ένας τραβάει περίστροφο και τον πυροβολεί στο στήθος, στο Γενικό Κρατικό διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Αυτή, εν τάχει, ήταν μέρος της ιστορίας του επικίνδυνου κακοποιού Γιάννη Γκουλιόβα, όπως υποτίθεται τη διάβασε εκείνες τις μέρες που δημοσιεύτηκε στα «Νέα» του Λαμπράκη ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος εκείνον τον καιρό εργαζόταν γραφιάς. Και πως δήθεν, εξαιτίας αυτού του μαύρου χρονικού και για πάρτη του έγραψε το «Άιντε κάντε όλοι στην μπάντα, να βγει να χορέψει ο Σαλονικιός/ Άιντε κάντε του λεζάντα, τη βραδιά να κλέψει ο Σαλονικιός». Μουσική Χρήστος Νικολόπουλος, ερμηνεία Στράτος Διονυσίου, και λέω υποτίθεται, γιατί κανένας από τους τρεις τους δεν πιστοποίησε ποτέ την αλήθεια ή το ψέμα της εικασίας.
Ίσως, μπορεί, άλλη μια θολή και επινοημένη ανάμνηση από τον βίο και την πολιτεία του Γιάννη Γκουλιόβα από τον Κολινδρό Πιερίας, που ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να κυνηγήσει τη μεγάλη ζωή, μια vida loca, που είναι όμως πολύ δύσκολο να την ανασυνθέσεις. Και αυτήν, και τον αλλόκοτο ψυχισμό του, και τα γιατί της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του, μαζί φυσικά με τα γεγονότα που την καθόρισαν. Αδύνατον να γραφεί μια ιστορία ιστορικής ακρίβειας και όχι μια αφήγηση που να ποντάρει μόνο σε αυθαίρετες ερμηνείες αλά Άντλερ, που έλεγε πως τα νοήματα δεν ορίζονται από τα ίδια τα γεγονότα, αλλά από την ερμηνεία που επιλέγουμε να δώσουμε σε αυτά. Από την άλλη πάλι, δεν ξέρω, ίσως το τραγούδι να έχει κάτι δικό του. Βολτάρω στην παλιατσαρία του Μπιτ Παζάρ και όπως χαζεύω τον «Σαλονικιό» του Στράτου Διονυσίου, μελετώ και την υπόλοιπη τρακ λιστ, που μοιάζει τα τραγούδια της να είναι τίτλοι από τα κεφάλαια της ζωής του Γκουλιόβα: «Εγώ δεν έχω αύριο κανένα», «Ζητώ ακρόαση Θεού», «Έτσι ήμουνα περαστικός», «Κι άλλος ένας μάγκας πάει»…