Κάποτε στην Κούσκουρα: Στην Ωραία για ντοντουρμά και Μάρτιν Χάιντεγκερ
Ice ice baby!
Τα παγωτά της Ωραίας στην Κούσκουρα και άλλα ωραία της Θεσσαλονίκης των 80s
Για τα παγωτά της Ωραίας δεν γράφτηκε τραγούδι τύπου «Πάμε στον Άδωνη για καφέ». Παρόλο που και εδώ, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, στην Κούσκουρα (πριν φιληθεί με την Τσιμισκή, δίπλα στη Μητρόπολη και λίγα βήματα από το πλατάνι), σύχναζε κάποτε όλος ο κόσμος ο καλός. Εξού και το σημείο ήταν γνωστό τόσο σαν τρε διασημίκ παγωτερί όσο σαν το απόλυτο ραντεβουδάδικο. Οι πενηντα-εξηντάρηδες Θεσσαλονικείς λένει πως η Ωραία ήταν για όλες τις μαθήτριες του Λυκείου επιβεβλημένη στάση πριν ή μετά τα φροντιστήρια. Και τεκνά και φρικιά και πανκιά αράζανε στην Ωραία, και αθλητές, και κορίτσια Πανοράματος, και αλάνια από την Τούμπα ή τη Χαριλάου, Τετάρτες χαλαρές ή Κυριακές, για να τους φύγει το στρες, παγωτάρες τρελές ήταν η φάση.
Όλη η Θεσσαλονίκη, τις πυρίκαυστες καλοκαιρινές μέρες περνούσε από την Ωραία για ντοντουρμάδες στο χωνάκι, οι μαστίχες και τα σαλέπια εκρήγνυνταν ηδονικά και ερωτικά μέσα στο πρόβειο γάλα. Παρόλο που ο φίνος ντοντουρμάς της δεν ήταν η μοναδική σπεσιαλιτέ. Η οικογένεια Κατρανιά μάτσαρε αριστοτεχνικά στην Ωραία τους ντοντουρμάδες με εξαιρετική βανίλια ή σοκολάτα παρφέ, είχαν και κασάτα σπέσιαλ, πουλούσαν ηδύποτα, γλυκά του κουταλιού, γιαούρτια, τα πάντα όλα μπορούσες να αγοράσεις από το γαλακτοπωλείο Ωραία. Το σουξέ της, όμως, ήταν ο ντοντουρμάς και ο θρύλος ήθελε τη μεγαλειότητά του να ξεκινά τη δεκαετία του ΄20, στο ίδιο σημείο, από μια χρυσοχέρα παγωτοπώλισσα, την κυρία Πανωραία. Οι Κατρανιάδες αγόρασαν την επιχείρηση το 1963, κράτησαν το όνομά της (Παν)Ωραίας όπως και την ποιότητα της πρόβειας πρώτης ύλης.
Εδώ ένα στοπ, καλύτερα να μην πηγαίνει ο νους πως αυτό είναι ένα ακόμα σημείωμα για το πόσο ωραία ήταν τότε στην είτις Θεσσαλονίκη της Ωραίας. Βεβαίως και τα παγωτά ήταν θεσπέσια και ο Γκάλης μαγικός, όμως στόχος της «ανάμνησης» δεν είναι να κερδηθεί ακόμα μια γύρα από σχόλια τύπου «Αχ, τότε, αχ». Συμβαίνει στη νοσταλτζερί των σόσιαλ, κάθε που σκάει μια τέτοια βιντάζ εικόνα και ιστορία, πουσαρισμένη επί τούτου για να προκαλέσει παροξυσμό στους υπερενήλικους χρήστες, παβλοφικά και αυτομάτως να αρχίζει αναπόληση για την πόλη που χάθηκε. Γιατί ο χρόνος κυλά και, όταν οι Κατρανιάδες μετακόμισαν στα νάιντις στη Ραιδεστό, στη θέση της Ωραίας, άνοιξε το Patafritas. Ύστερα ήρθε το Ντερλικατέσεν πρώτης γενιάς, με τον Δημητράκη Εικοσιδυό στα τιμόνια, τα σουβλάκια και τις θράκες.
Πρόσφατα πήρε το μάτι μου ένα μπεργκεράδικο, αν και η παράδοση συνεχίζεται: συν πλην στο ίδιο σημείο με την Ωραία του τότε, σήμερα μπορείς να φας τιμιότατα καλό παγωτό Fregio. Ή να τσακώσεις ένα χωνάκι βανίλιας από τη μηχανή του Έβερεστ.
Όμως κακά τα ψέματα (ή και καλά καμιά φορά, δεν παίρνω όρκο): ριγμένα όντα στον χρόνο και στην πόλη είμαστε, τεκμηρίωσε ο Χάιντεγκερ στο «Είναι και Χρόνος» και ίσως αυτό να γυρεύει το Dasein μας, κάθε που περιπολούμε και αναπολούμε την Κούσκουρα εκείνης της εποχής με τα παγωτά της Ωραίας (ή τα ποτά στο Μικρό Καφέ): να πάψει η μέριμνα και η αγωνία για το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου στο καταρρακωμένο ενήλικο είναι μας και δια της επιστροφής στη νεαρή μας ύπαρξη τότε, λιωμένη στο σήμερα σαν παγωτό, να επιστρέψουμε στη Youthλάνδη. Τότε που όλα έμοιαζαν με ένα τίποτα, κυκλοφορούσαν ανύποπτα και ήμασταν η λαχτάρα, ο ντοντουρμάς της Ωραίας, ο καφές και τα τσιγάρα μας.